Σταύρος Μητρόπουλος: «Αν δεν έχεις ταυτότητα, δεν παράγεις τέχνη»

Μουσικός, συνθέτης, δημιουργός animation, σχεδιαστής θεατρικών χαρακτήρων και σκηνικών, λάτρης της metal και του Μάνου Χατζιδάκι. Αυτός είναι ο Σταύρος Μητρόπουλος. Αναμφίβολα ταλαντούχος, ασυμβίβαστος, ανατρεπτικός και πάνω απ΄όλα αυθεντικός.

Σταύρος Μητρόπουλος: «Αν δεν έχεις ταυτότητα, δεν παράγεις τέχνη»

Ο επικεφαλής και δημιουργός της μουσικοθεατρικής ομάδας των Dirty Granny Tales, εμπνευσμένος από τον πρωτοπόρο Ζωρζ Μελιές, με επιρροές από την ατμόσφαιρα παραμυθιού του Ντάνι Ελφμαν στις ταινίες του Τιμ Μπάρτον και τις δημιουργίες του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, αφηγείται με την ομάδα του πάνω στη σκηνή σκοτεινά παραμύθια με μεγάλη δόση συμβολισμού και ειρωνείας.

Πώς θα περιέγραφες τους Dirty Granny Tales?

Το project είναι μία μίξη τεχνών, με κυρίαρχη τη μουσική. Παράλληλα γίνονται θεατρικά, χορευτικά, κουκλοθέατρο και animation projection τα οποία δίνουν την εικόνα στο παραμύθι. Οι μουσικοί είναι αφηγητές του σκοτεινού παραμυθιού, για αυτό λέγεται dirty, τη γιαγιά που λέει τα παραμύθια την έχουμε κάνει dirty εμείς, για να βγαίνει πιο σκοτεινό. Μου αρέσει που παραπέμπει και στο kinky, γιατί έχει μια ειρωνεία όλο αυτό.

Η πρώτη μας παράσταση ήταν μια τριλογία που βασιζόταν σε έναν ανάποδο κόσμο (inversed world). Η τριλογία αυτή κράτησε μέχρι το 2010.  Το 2011 παρουσιάσαμε το Rejection στο θέατρο Badminton. Ηδη πλέον είχε γίνει ντόρος, από στόμα σε στόμα, γιατί εμείς δεν ακουστήκαμε από δισκογραφία, πιο πολύ τα cd μας τα είχαμε merchandise, τα μοιράζαμε στο φουαγιέ της αίθουσας. Οι πρώτοι μας δίσκοι ήταν το Inversed World και το Didi’s Son, όλο από αυτή την τριλογία έχουμε κάνει δίσκους.

Αξίζει να σημειώσω, ότι στο Telion’s Garden ήταν η πρώτη φορά που εμείς είχαμε ρόλο στην ιστορία, δεν είμασταν μόνο αφηγητές. Είμασταν οι υπηρέτες του Telion. Αλλά αυτό κορυφώθηκε στο Philanthropist, όπου είμαστε οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, για τους μουσικούς λέω, χωρίς έξτρα performers.

Αυτό το project έχει ταξιδέψει σε πολλά μέρη ,στην Eυρώπη και στην Τουρκία. Στη Ρουμανία πολλές φορές, με πολλή αγάπη από το κοινό και sold out παραστάσεις.

Η ανταπόκριση του κοινού και η ευθύνη

Στην  πρώτη μας παράσταση που έγινε το 2006, το κάναμε καθαρά χωρίς να υπάρχει κάποιος στόχος, δεν το είχαμε πάρει και πολύ στα σοβαρά, είχαμε όμως πολύ καλό feedback το οποίο μας δέσμευσε. Η λατρεία του κόσμου μας έκανε να το δούμε πιο σοβαρά. Αντί να χαρώ με το feedback, είπα μπλέξαμε… Ενιωσα ευθύνη.

Γιατί απουσιάσατε 5 χρόνια?

Εμείς το 2019, αφού είχαμε παίξει το Rejection vol 2, είχαμε πάρα πολλή ενέργεια και όρεξη, και ετοιμάζαμε μια παράσταση η οποία θα έλεγα ότι θα ήταν η μεγαλύτερη παραγωγή που έχουμε κάνει, με πολλούς συντελεστές και πλούσια θεατρικά σκηνικά, κούκλες, κοστούμια.

Αυτή η παράσταση θα λεγόταν «το Νησί των Ψαράδων», και είχε να κάνει με τον θεό της θάλασσας, το μήνυμα που ήθελε να περάσει ήταν για τη θεοφοβία. Εκεί που είχαμε προχωρήσει, είχαν γραφτεί αρκετά τραγούδια, είχε γίνει σχεδιασμός χορογραφίας και σκηνοθεσίας, είχαμε πέσει με τα μούτρα με πολλή όρεξη και είχαμε προχωρήσει αρκετά, ήρθε η καραντίνα

Η οποία καραντίνα μας χωρίζει. Μένει ο καθένας μόνος του. Ξεχνάμε όλα μας τα σχέδια και επικεντρωνόμαστε στον εαυτό μας.  Όχι μόνο εμείς, όλος ο κόσμος. Ζήσαμε πράγματα πρωτόγνωρα. Σε μένα δεν ταίριαζε πλέον καθόλου να παρουσιάσω μια παράσταση που είχε σχέση με τη θεοφοβία, ήταν άσχετο με αυτό που ζούσαμε. Ηταν σα να ζούσαμε σε ταινία. Η μεγάλη μου απορία είναι γιατί οι περισσότερες παραστάσεις δεν μιλούσαν για αυτό. Ηταν πηγή έμπνευσης το γεγονός ότι είμασταν μέρος μιας πολύ εντυπωσιακής κατάστασης. Μέχρι που μου ήρθε η ιδέα του Φιλάνθρωπου.

Γιατί όμως η ιδέα αυτή ήρθε μετά από χρόνια και δεν υλοποιήθηκε αμέσως?

Γιατί είχα πάει στο θέατρο Κακογιάννη, τους περιέγραψα την παράσταση και τους λέω το εξής: θέλω απλά αυτή η παράσταση να είναι λίγο πιο φθηνά για τους ανεμβολίαστους, αφού θα πληρώσουν και το rapid test, για να έρθουν στο ίδιο με τους υπόλοιπους θεατές. Μου απάντησαν από το Κακογιάννη ότι αυτό δεν γίνεται, γιατί δεν επιτρέπεται καθόλου η είσοδός τους στο θέατρο… Εμένα αυτό με εξόργισε, πάρα πολύ, αυτός ο παραλογισμός, και έβαλα Χ στο πλάνο να παίξω, μέχρι κάποια στιγμή να δούμε αν θα ανοίξουν οι πόρτες για όλους.

Τα θέατρα είχαν ανοίξει και ο κόσμος ήταν διψασμένος για παραστάσεις. Ηξερα ότι θα πούλαγα πολλά εισιτήρια αλλά προτίμησα να μην παίξω, δεν μπορούσα να δεχτώ το μισό κοινό. Δεν είναι αυτή η ιδεολογία μου. Οταν έχεις αυτή την αποχή από τα πάντα για τόσα χρόνια, έχεις χάσει τον εαυτό σου. Αυτό που λέμε «να βρούμε τα πατήματά μας», δεν είναι εύκολο, δεν είσαι στη φόρμα που ήσουν πριν.

Υποδυόμαστε ρόλους. Εχουμε εθιστεί σε αυτός τους ρόλους, νιώθουμε την ανάγκη να εκφραστούμε έτσι. Όταν έχουμε στερηθεί αυτή την έκφραση για 5 χρόνια, είναι σαν να έχει πεθάνει ο μισός μας εαυτός. Θέλεις τον χρόνο σου μετά, χάσαμε την αυτοπεποίθησή μας. Η τεράστια πρόκληση ήταν ότι παρά τα όσα συνέβησαν, αυτή η αποχή για 5 χρόνια, θελήσαμε να τολμήσουμε να κάνουμε και κάτι διαφορετικό, δεν πήγαμε σε ασφαλείς δρόμους. Στην τελευταία παράσταση στο Κακογιάννη πήραμε πολύ καλό feedback και αυτό ανέστησε πάλι τους ρόλους μας. Πλέον πήραμε τη φόρα που μας έλειπε. Επίσης εξελίξαμε και πράγματα στη χορογραφία.

Η μεγάλη καινοτομία της παράστασης είναι το looping. Μίλησε μας για αυτό.

Ο περισσότερος κόσμος δεν το χρησιμοποιεί, είναι γιατί το looping έχει τεράστια ευθύνη πάνω στη σκηνή γιατί ένα λάθος να κάνεις καταστράφηκες. Στην τεχνική αυτή, συνδέεις τα όργανα που παίζεις με ένα μηχάνημα, το loop station, με το οποίο παίζεις κάτι και το ηχογραφείς παράλληλα και αυτό μετά το παίζει μόνο του. Οπότε μπορείς να χτίσεις μετά, να παίζεις άλλα πράγματα από πάνω του και να φτιάξεις μια ολόκληρη ορχήστρα μόνος σου. Γι αυτό μπορεί να βγει γεμάτο ένα κομμάτι, ακόμα κι από ένα ή δύο άτομα, κάτι το οποίος εμείς κάνουμε. Εμείς σε αυτή την παράσταση έχουμε κάποια κομμάτια με looping, όπου οι μουσικοί που δεν συμμετέχουν σε αυτά τα κομμάτια κάνουν θεατρικά, όπως έχουμε και κομμάτια που παίζουμε όλοι μαζί.

Στην καλλιτεχνική σου πορεία έχεις επιρροές από διαφορετικά ακούσματα, από Metal έως Χατζηδάκι. Πώς συνδυάζονται τόσο αντίθετα πράγματα?

Θεωρώ ότι για να παράγεις ένα έργο, πρέπει να είναι προέκταση του εαυτού σου και η έκφρασή σου γενικότερα. Εγώ μεγάλωσα στην εφηβεία με Metal, είμαι Eλληνας, που σημαίνει ότι έστω και υποσυνείδητα έχω μια παράδοση που με έχει ποτίσει, και στην πορεία άρχισα να εκτιμώ ως πιο ώριμος ακροατής και την ελληνική μουσική που στην εφηβεία δεν έδινα σημασία. Επίσης οι επιρροές δεν λειτουργούν με μια στρατηγική. Εγώ γράφω κάτι που έχω μια εικόνα στο κεφάλι μου, βγαίνει η εικόνα του παραμυθιού, και το πώς συνδυάζεται το Metal παρελθόν μου με τον Χατζηδάκι είναι επειδή απλά είναι βιώματά μου. Εχει μια ειλικρίνεια όλο αυτό, δεν γίνεται με στρατηγική.

Κάνε μας μια σύγκριση του Φιλάνθρωπου με τις προηγούμενες παραστάσεις

Στις προηγούμενες παραστάσεις είχαμε ένα πολύ ατμοσφαιρικό σκοτεινό παραμύθι, με μια αίσθηση Tιμ Μπάρτον. Τώρα, εκτός του γεγονότος ότι οι μουσικοί είναι οι πρωταγωνιστές, με τη βοήθεια και του looping που ανέφερα πριν, από αυτά που ζήσαμε θελήσαμε να είμαστε πιο ειρωνικοί, σαν το χαμόγελο του Joker. Να μην ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κρυφτείς στο καβούκι σου. Υπάρχει πιο πολύ το στοιχείο του χιούμορ, το οποίο είναι υποχθόνιο.

Η παράσταση αυτή δεν έχει κάνει επιτυχία μόνο εδώ στην Ελλάδα, αλλά έχει ταξιδέψει και στο εξωτερικό. Τι σου έχει κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στις περιοδείες σας?

Η συγκεκριμένη παράσταση έχει παιχτεί στη Νορβηγία, στην Ολλανδία και στην Τουρκία. Το φεστιβάλ στη Σμύρνη ήταν η πιο πετυχημένη μας χρονιά. Ειδικά στη Ρουμανία είχαμε πάρα πολύ ωραίο feedback, το κοινό αγάπησε την παράσταση.

Τώρα είμασταν έτοιμοι να παίξουμε έξι παραστάσεις στο Βερολίνο, όπου έχω ζήσει και πολλά χρόνια εκεί. Είχα πάρα πολλή περιέργεια να δώ, γιατί πιστεύω ότι θα ταίριαζε πάρα πολύ εκεί, λόγω του σκοτεινού της χιούμορ, το λατρεύουν εκεί. Ωστόσο λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού ενός μέλους μας τις ακυρώσαμε, όπως αναβλήθηκε και η τελευταία παράσταση στην Αθήνα τον Απρίλιο αλλά ευτυχώς μεταφέρθηκε στις 4 Ιουνίου.

Σε αυτή την παράσταση, δεν παίζετε τα όργανα που παίζετε συνήθως. Πώς άλλαξε αυτό?

Στην καραντίνα, είχα πλέον αρχίσει να βλέπω τον χρόνο σαν κάτι ατέλειωτο, ήθελα κάπως να γεμίσω τον χρόνο μου. Ετσι μπήκα σε ένα δημιουργικό mood να μάθω νέα όργανα, όπως και την τεχνική του looping, την οποία δεν είχα πριν. Το μόνο καλό που μου έκανε η καραντίνα ήταν αυτή η δημιουργική εσωστρέφεια. Πήρα τσέλο, το ενέταξα κι αυτό στο looping. Σε αυτή την παράσταση παίζω μαντολίνο, τσέλο, μάντολα και ένα κρουστό. Συνολικά εννέα μουσικά όργανα ακούγονται στην παράσταση.

Εχουμε ένα ηχόχρωμα που έχουμε προσθέσει, το παίζει ο Γιώργος Δημητρίου, το synthesizer. Γιατί θέλουμε να βγάλουμε την αίσθηση του τσίρκο, του Joker και του music box.

Εχει κάποια άλλη καινοτομία αυτή η παράσταση?

Ναι, είναι η πρώτη παράσταση που κάνουμε που έχει σταθερό σκηνικό πάνω. Στις προηγούμενες αλλάζαμε περιβάλλοντα στην ιστορία, χρησιμοποιώντας τον προτζέκτορα ως background.

Υπάρχει κάτι που σου έχει κάνει εντύπωση στην ανταπόκριση του κοινού?

Ο κόσμος θα έρθει για να δει κάτι πρωτότυπο. Κάποιοι δεν είναι εκπαιδευμένοι στο να το δέχονται αυτό με την πρώτη. Οπότε κάτι που μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση σαν αντίδραση, και στο εξωτερικό, στην ερώτηση πως σου φάνηκε η παράσταση να απαντά ο θεατής «δεν ξέρω».  Και μετά επειδή του κινείς το ενδιαφέρον να ξανάρχεται και να γίνεται πιστό κοινό, επειδή πλέον του είναι οικείο και μπορεί να το διαβάσει. Οφείλει για μένα ο καλλιτέχνης να εκπαιδεύει το κοινό του, να μην του δίνει μασημένη τροφή. Είναι υποχρέωση κάθε καλλιτέχνη, να είναι έτσι, όποιος δεν θέλει να είναι απλά διασκεδαστής. Εγώ δεν εκτιμώ τα έργα που έχουν τον ρόλο μίμου, να αναπαράγεις κάτι που το έχει φτιάξει κάποιος άλλος, ή κάτι που είναι για άλλες κουλτούρες. Αν δεν έχεις ταυτότητα, δεν παράγεις τέχνη.

Βλέπω ότι στους συντελεστές της παράστασης βρίσκεσαι παντού: φωνητικά, σενάριο, σκηνοθεσία, μουσική σύνθεση, σχεδιασμός σκηνικών, κοστουμιών και χαρακτήρων, animation projection

Παλαιότερα, επειδή ξεκίνησα ως μουσικός και όχι ως θεατρικός σκηνοθέτης, έγραφα τη μουσική και η μουσική μου έδινε την εικόνα και η εικόνα την ιστορία. Ετσι ήταν οι πρώτες μας παραστάσεις. Μετά επειδή μπήκα πιο πολύ μέσα στον κόσμο του θεάτρου, το ξεκίναγα πρώτα με την ιστορία. Η βάση ήταν η επικαιρότητα. Για παράδειγμα, το Telion’s Garden μου ήρθε σαν ιδέα επειδή έφυγα ως μετανάστης στη Γερμανία, το οποίο μου έδωσε την έμπνευση, ότι πηγαίνω σε μια χώρα όπου είναι όλα τέλεια, οργανωμένα, και ήθελα να απομυθοποιήσω τον όρο τέλειο. Ο όρος τέλειο δεν θα έπρεπε να υπάρχει.

Φτιάχνω ένα story board, σαν rough comic, κάνω μια σκηνοθεσία, σκηνή πρώτη, δεύτερη, τρίτη, κι αφού έχω φτιάξει όλη την παράσταση, τις βάσεις δηλαδή, μετά βλέπω που χρειάζεται μουσική. Για αυτό σε αυτή την παράσταση η μουσική έχει περισσότερο ρόλο soundtrack, δηλαδή πολλές μελωδίες επαναλαμβάνονται, η κάθε σκηνή να έχει τη μελωδία της, όπως στις ταινίες. Μετά, όταν αυτό το μοιράζομαι με τους άλλους συντελεστές, βάζει ο καθένας την πινελιά του κι εκεί ολοκληρώνεται.

Ο Σταύρος Μητρόπουλος και εγώ, αφού παρακολούθησα την παράσταση “The Philanthropist”, στις 4 Ιουνίου 2026 στο Arch Club

 

Αυτές τις μέρες είναι στην επικαιρότητα ο Akylas. Ποια είναι η γνώμη σου για τη Eurovision?

Καταρχήν δεν την σέβομαι ως διαγωνισμό. Για μένα, η τέχνη δεν πρέπει να διαγωνίζεται. Αλλά ας πούμε οκ, ότι διαγωνίζεται. Οι ψηφοφορίες δεν γίνονται με αξιοκρατία, γίνονται με ένα πολιτικό υπόβαθρο, ποια χώρα υποστηρίζει την άλλη. Αλλά αυτό που δεν σέβομαι καθόλου σήμερα στη βιομηχανία της τέχνης και στο σινεμά, είναι ότι πρέπει να γίνονται κάτω από κάποιες προϋποθέσεις:  πρέπει να αναφερθείς στη woke ατζέντα, στο μεταναστευτικό, να αναφερθείς σε κάποια συγκεκριμένα πράγματα. Όταν στον καλλιτέχνη δίνεις κατεύθυνση και δεν τον αφήνεις να εκφραστεί μόνος του, χάνει την αυθεντικότητά του. Οπότε μιλάμε για ένα κατασκεύασμα, δεν μιλάμε για κάτι που έχει βάθος. Ο Akylas είναι ένα ξεκάθαρο κατασκεύασμα, το οποίο το απαιτεί μία ατζέντα. Και την ακολούθησε πάρα πολύ πιστά. Για μένα δεν είναι καλλιτέχνης αυτός που το κάνει αυτό.

Αξίζει επίσης να αναφέρουμε ότι ο Σταύρος Μητρόπουλος βραβεύτηκε πρόσφατα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τη μουσική στην ταινία «πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ», του Γιώργου Γεωργόπουλου. Η μουσική γράφτηκε από δύο συνθέτες, τον Σταύρο Μητρόπουλο και τη Μαριλένα Ορφανού. Πρόκειται για δύο μουσικούς με πολύ διαφορετικό ύφος, οι οποίοι έγραψαν τα δικά τους μέρη ξεχωριστά και ο σκηνοθέτης τα ενέταξε πολύ έντεχνα στην ταινία.