Ορφέας Αυγουστίδης: «Ένας καλλιτέχνης πρέπει να παίρνει θέση μέσα από τις επιλογές του και την στάση του, όχι αναγκαστικά μέσα από δηλώσεις και τσιτάτα»
Με αφορμή τη θεατρική του πορεία, ο Ορφέας Αυγουστίδης μιλά για τις επιλογές που καθορίζουν έναν καλλιτέχνη, τη σχέση του με την υποκριτική, τη δημιουργικότητα, το ρίσκο, τη συνεργασία και τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη συνδέεται με τη ζωή και την προσωπική ευθύνη.
Την περασμένη βδομάδα είχαμε την χαρά να φιλοξενήσουμε στην σχολή μας, στο Ant1 medialab, ένα καλλιτεχνικό πρόσωπο που λίγοι δεν γνωρίζουν. Μέσα σε έναν χώρο με παραπάνω από είκοσι φοιτητές δημοσιογραφίας, γεμάτους θέληση να πραγματοποιήσουν μια από τις πρώτες τους συνεντεύξεις, αυτός ο άνθρωπος έκατσε για μιάμιση ώρα και προσπάθησε να απαντήσει σε όσες περισσότερες ερωτήσεις μπορούσε.
Μιλάμε για έναν ηθοποιό με μία τεράστια καριέρα που μετράει πάνω από 20 χρόνια. Από την γνωστή σε όλους Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο του 2005 – όπου πρωτοεμφανίστηκε- μέχρι τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην «Τελευταία Κλήση» του Σέριφ Φράνσις σήμερα, έχει αφήσει την καλλιτεχνική του υπογραφή σε πάρα πολλές ταινίες, σειρές και θεατρικές παραστάσεις. Όλα αυτά δεν περιγράφουν άλλον, από τον Ορφέα Αυγουστίδη.
Ο Ορφέας μεγάλωσε σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον από το οποίο δεν κατάφερε να «ξεφύγει». Γιος των γνωστών ηθοποιών Μαρίας Τζομπανάκη και Ντίνου Αυγουστίδη, ήρθε από μικρή ηλικία σε επαφή με το θέατρο και τον κινηματογράφο. Στην αρχή ονειρευόταν έναν λίγο διαφορετικό δρόμο, αυτόν της σκηνοθεσίας. Έχοντας ξεκινήσει ήδη τις σπουδές του στον κινηματογράφο, αποφάσισε να πάει σε μια δραματική σχολή για να βελτιώσει τις υποκριτικές του ικανότητες για χάρη κάποιων σκετς που έκαναν στην σχολή, αλλά και για να μπορέσει ως σκηνοθέτης να γνωρίσει και την πλευρά του ηθοποιού. Εκεί είναι που του κόλλησε το «μικρόβιο» και η ζωή του πήρε τον δρόμο της.
Σήμερα τον Ορφέα τον βρίσκουμε στην παράσταση «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα», μια δουλειά βασισμένη στο εμβληματικό έργο του Γκέοργκ Κάιζερ, στο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου. Πέρα από αυτό όμως πρωταγωνίστησε και στο πρώτο φιλμ του Σέριφ Φράνσις, την «Τελευταία Κλήση», μια ταινία εμπνευσμένη από την τραγική ιστορία του Σορίν Ματέϊ– ίσως το μεγαλύτερο αστυνομικό σκάνδαλο των ’90s.
Θέλω να μου πείτε πώς έγινε η προσέγγιση του ρόλου στην «Τελευταία Κλήση», ενός ρόλου που αφορά ένα υπαρκτό πρόσωπο. Αν και οι χαρακτήρες δεν ήταν ακριβώς τα πραγματικά πρόσωπα, ήταν εμπνευσμένοι από εκείνο το περιστατικό του 1998. Πώς έγινε αυτή η προσέγγιση; Πώς χτίσατε αυτόν τον ρόλο;
Ακριβώς όπως είπατε, είχαμε αποφασίσει από πολύ νωρίς ότι δεν θα πατήσουμε σε τίποτα πέρα από τα συγκεκριμένα γεγονότα, που είναι μια συνθήκη και μια εποχή. Δεν θα πατούσαμε σε κανένα ίχνος που έχουν αφήσει αυτοί οι άνθρωποι. Κάποιοιδεν υπάρχουν πια, δεν είναι μαζί μας, κάποιοι είναι ακόμα ζωντανοί. Οπότε αυτό είχε βγει από την εξίσωση εξαρχής. Αυτό ήταν το πρώτο που αφαιρέσαμε.
Παρόλο που μελέτησα προσωπικά τη γνωστή εκείνη συνέντευξη, το έκανα μόνο για να μπω λίγο στο κλίμα, για να δω τι σημαίνει και για να διαπιστώσω πόσο μακριά είναι η αλήθεια από τη μυθοπλασία πολλές φορές και πώς δεν μας συμφέρει να πλησιάσουμε την αλήθεια.
Αν ακούσει κανείς εκείνη τη συνέντευξη, που υπάρχει και στο YouTube, θα δει ότι μέσα σε όλο αυτό το περιστατικό, με τον Νίκο Ευαγγελάτο να μιλάει, υπάρχει ένα μούδιασμα και μια παγωμάρα που είναι σχεδόν αντικλιματική και αντιδραματική.
Κανένας ηθοποιός, και δεν μιλάω για εμένα μόνο, ούτε καν αυτός που θα υποδυόταν τον δημοσιογράφο, δεν θα επέλεγε αυτή την παγωμάρα και τον κυνισμό που υπήρχε σε εκείνη τη συνέντευξη. Γιατί είναι κάτι που σε αιφνιδιάζει σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορείς να αντιδράσεις. Προσπαθείς μάλιστα να κρύψεις κιόλας όλο αυτό που συμβαίνει και τελικά βγαίνει σχεδόν το τίποτα.
Έτσι αποφασίσαμε πολύ νωρίς να μη βασιστούμε σε αυτά. Ο τρόπος που προσέγγισα τον ρόλο μετά είναι μια άλλη ιστορία, που ξεκινά από το πώς δουλεύει ο καθένας μόνος του, τι είναι σημαντικό γι’ αυτόν σε σχέση με το σενάριο και την αφήγηση, με τα τεχνικά του εργαλεία και πόσο μπορεί να τα διαχειριστεί ή να τα εμπιστευτεί.
Εγώ προσωπικά, επειδή ήξερα ότι είχαμε πάρα πολύ λίγο χρόνο για να κάνουμε την ταινία και ότι θα έμπαινα στο στούντιο για μία μόνο εβδομάδα, οργάνωσα όλη τη δουλειά με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο μέσα μου. Είχα τον χρόνο και την ησυχία μου ώστε να μπορώ να είμαι συγκεντρωμένος και να μη χάνω ενέργεια μπαινοβγαίνοντας στη διαδικασία. Και κάπως έτσι έγινε.
Τι ήταν αυτό που σας έκανε να πείτε το «ναι» σε αυτή την ταινία. Ήταν ο ρόλος; Ήταν το καστ;
Ο ρόλος, θα πω, και η ευρύτερη συνθήκη. Δηλαδή, το να δουλέψουμε με μια εταιρεία παραγωγής η οποία ξέρω ότι προσέχει πάρα πολύ τις δουλειές της.
Αυτό σημαίνει ότι φτιάχνει πάντα μια ομάδα από άψογους επαγγελματίες, κάτι που είναι πολύ σημαντικό και δεν το βρίσκεις συχνά. Είναι άνθρωποι που σε συντονίζουν κι εσένα σε έναν συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης.
Το ένα λοιπόν ήταν αυτό. Και το άλλο ήταν φυσικά η πρόκληση του να υποδυθείς έναν ρόλο τόσο μακριά από εσένα, από τη δική σου ιδιοσυγκρασία, το κέντρο σου, τον τρόπο σου, την εκφορά σου.Είναι πάντα μια πολύ μεγάλη πρόκληση. Γενικότερα οι ηθοποιοί, ακόμα και με την πιο απλοϊκή έννοια, θέλουν να κάνουν κάτι μακριά από αυτό που είναι. Και επίσης, ο ρόλος μου ήταν ένας χαρακτήρας λίγο δυστοπικός, κάτι αρκετά διαφορετικό από εμένα.
Πώς προσεγγίσατε έναν ρόλο που συνδέεται με αληθινά πρόσωπα και γεγονότα;
Στη συγκεκριμένη ταινία δεν δουλέψαμε με αυτόν τον τρόπο. Είχαμε αποφασίσει από πολύ νωρίς να απομακρυνθούμε από την πραγματική έμπνευση και να λειτουργήσουμε περισσότερο ως μια καλλιτεχνική μεταπλασία της ιστορίας.
Παρόλα αυτά, θεωρώ πολύ ενδιαφέρουσα την πρόκληση του να δουλεύεις πάνω σε υπαρκτά πρόσωπα. Εκεί προσεγγίζεις τον ρόλο με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Δεν έχεις το άγχος της δημιουργίας ενός χαρακτήρα από το μηδέν. Αντίθετα, προσπαθείς να αποτυπώσεις με ακρίβεια έναν άνθρωπο που υπήρξε πραγματικά.
Είναι μια τεχνική διαδικασία και έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν, για παράδειγμα, κάποιος ηθοποιός υποδύεται τον Ray Charles ή τον Johnny Cash, δεν ασχολείται μόνο με την εξωτερική ομοιότητα. Δουλεύει τον ρυθμό, τη μουσικότητα, τις κινήσεις, τον τρόπο που μιλάει και υπάρχει στον χώρο. Είναι μια διαφορετική αλλά εξίσου γοητευτική πρόκληση.
Υπάρχει διαφορά στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε έναν τηλεοπτικό ρόλο σε σχέση με έναν θεατρικό;
Πολύ μεγάλη διαφορά. Έχει να κάνει καταρχάς με τη διαδικασία. Πέρα από το ίδιο το μέσο, που πολλές φορές επιβάλλει ένα διαφορετικό αισθητικό πλαίσιο, αλλάζει και ο τρόπος δουλειάς.
Στο θέατρο η διαδικασία είναι πολύ πιο μακρά. Έχεις τον χώρο και τον χρόνο των προβών. Τον τρόπο με τον οποίο συνδέεσαι με τους ηθοποιούς. Ο ρόλος του σκηνοθέτη είναι συνήθως πολύ πιο καθοριστικός στη γέννηση μιας θεατρικής παράστασης απ’ ό,τι στην τηλεόραση.
Στην τηλεόραση, πολύ συχνά, οι «καλοί» σκηνοθέτες για τους παραγωγούς και τα κανάλια είναι εκείνοι που παραδίδουν το υλικό στην ώρα του. Όχι απαραίτητα εκείνοι που παράγουν το καλύτερο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Αυτό προσωπικά με στενοχωρεί.
Υπάρχει μια συνεχής πίεση να γίνονται όλα γρήγορα. Πάντα υπάρχει ένας παραγωγός που έχει επενδύσει τα χρήματά του και, δικαιολογημένα, θέλει ναπροστατεύσει την επένδυσή του. Πρέπει να το αποδεχόμαστε αυτό. Δεν βάζουμε εμείς τα χρήματα. Ζητάμε από κάποιον να επενδύσει στο όραμά μας.
Στο θέατρο όμως τα πράγματα λειτουργούν λίγο διαφορετικά. Τα budget είναι μικρότερα και επομένως υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο για λάθος, για πειραματισμό και για αναζήτηση. Δεν παίζονται εκατομμύρια ευρώ. Παίζονται πολύ μικρότερα ποσά. Και αυτό αλλάζει εντελώς τη διαδικασία.
Πώς προέκυψε η συνεργασία σας και η επιλογή του «Εκείνου που έκλεψε την μέρα και πλήρωσε την νύχτα»
Όλα ξεκίνησαν από μια συζήτηση και μια συμφωνία με τον Θωμά ότι θα δουλεύαμε μαζί τη συγκεκριμένη θεατρική σεζόν στο Θέατρο Βασιλάκου.
Αρχίσαμε να ψάχνουμε διάφορα έργα. Κάποια στιγμή πέσαμε πάνω σε αυτό το κείμενο. Το βρήκε ο Θωμάς. Εγώ είχα διαβάσει μια αγγλική διασκευή του έργου, ενώ εκείνος πρότεινε να δουλέψουμε πάνω στο πρωτότυπο.
Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδοχές. Η αγγλική διασκευή ήταν πολύ πιο απλή και άμεσα κατανοητή. Το πρωτότυπο κείμενο του 1918, όμως, είχε άλλη πυκνότητα και άλλη γλώσσα.
Η μετάφραση του Θωμά προσπάθησε να διατηρήσει όσο το δυνατόν περισσότερο τη μορφή που είχε το έργο όταν πρωτοπαρουσιάστηκε. Αυτό είχε μεγάλο ενδιαφέρον για εμάς.
Θεωρήσαμε ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερο έργο, που συνομιλεί έντονα με τη σημερινή εποχή. Και πιστέψαμε ότι, μέσα από τη ματιά του Θωμά, τόσο η διαδικασία των προβών όσο και το τελικό αποτέλεσμα θα είχαν μεγάλο ενδιαφέρον.
Δεν σας φάνηκε λίγο ριψοκίνδυνο το ότι δεν έχετε τη συγκεκριμένη ροή που έχουμε συνηθίσει σαν θεατές; Δεν σας φόβισε;
Βρήκε το κοινό της η παράσταση. Ευτυχώς είχε φοβερή προπώληση, λόγω κάποιων πραγμάτων μάλλον. Βρήκε το κοινό της, έκανε τον κύκλο της. Και μετά κινήθηκαν κάποιοι ηθοποιοί σε περιοχές που δεν είχαν ξαναπάει. Ο Θωμάς έκανε κάτι άλλο με ηθοποιούς που δεν είχε συνεργαστεί.
Λοιπόν, win-win που λέμε, γιατί το θέμα δεν είναι μόνο να ακούγεσαι μόνο εσύ. Αυτή η διαδικασία και όλες οι δουλειές είναι ζωή, πρέπει να πηγαίνουν παράλληλα. Και κάποιες χρονιές να κάνουν λίγο ησυχία, κάποιες χρονιές περισσότερη φασαρία.Δεν είναι το ζητούμενο να είναι πάντα η τέλεια παράσταση για όλους. Όπως εγώ μπορεί να πάω να δω αυτή που “έσκισε” φέτος.
Όχι δικιά μου. Ποια παράσταση φέτος για κάποιον που βλέπει θέατρο; Μπορεί να λέμε ότι “έσκισε” και είναι χαμός. Μία πολύ βασική που “έσκισε” και χρόνια και δεν μπορούμε να βρούμε τη ρίζα της είναι της Ελένης. Α, μπράβο. Ναι, σωστά, σωστά. Της Ελένης είναι η σκηνοθεσία. Μπορεί να πάω να δω της Ελένης που να μου αρέσει. Μια άλλη που να μου αρέσει στη δική της.
Και να πω ρε παιδί μου ότι υπάρχουν αυτές οι παραστάσεις, αυτές. Και στο κάτω-κάτω έχει και ένα αίσθημα ευθύνης να πεις ότι θα προτείνω κι εγώ σε μια στιγμή που το θέατρο δεν θα ήταν τελείως άδειο κάτι που δεν θα το βρεις δίπλα στη γειτονιά. Κατάλαβες;
Δεν θα ανοίξω κι εγώ σουβλατζίδικο απέναντι από το σουβλατζίδικο. Το θέμα είναι να κάνουμε και κάτι άλλο και κάτι άλλο. Και μας αφορούσε εκείνο. Τελικά κάποιοι πείστηκαν ότι τους αφορούσε κι αυτούς. Σίγουρα ήταν μιαΒρήκε το κοινό της η παράσταση. Ευτυχώς είχε φοβερή προπώληση, λόγω κάποιων πραγμάτων μάλλον. Βρήκε το κοινό της, έκανε τον κύκλο της. Και μετά κινήθηκαν κάποιοι ηθοποιοί σε περιοχές που δεν είχαν ξαναπάει. Ο Θωμάς έκανε κάτι άλλο με ηθοποιούς που δεν είχε συνεργαστεί.
Λοιπόν, win-win που λέμε, γιατί το θέμα δεν είναι μόνο να ακούγεσαι μόνο εσύ. Αυτή η διαδικασία και όλες οι δουλειές είναι ζωή, πρέπει να πηγαίνουν παράλληλα. Και κάποιες χρονιές να κάνουν λίγο ησυχία, κάποιες χρονιές περισσότερη φασαρία.Δεν παράσταση που δεν ήταν εύκολη. Αλλά καλύτερα.
Δηλαδή θέλεις και τη συμμετοχή του άλλου σε αυτό. Αν όλοι προτείνουν στο κοινό να κάθεται πίσω και να μην κάνει τίποτα, θα έρθει μια στιγμή που δεν θα μπορούν να έρθουν άλλες παραστάσεις, παρά μόνο τέτοιες. Αυτό που έλεγε ο Σκορτσέζε για τηMarvel ότι «δεν γίνεται μόνο Marvel και μόνο τέτοιες ταινίες. Πρέπει να προσπαθούμε σε αυτό. Καλό είναι, αλλά δεν είναι μόνο αυτό».
Έχετε γεννηθεί σε μια καλλιτεχνική οικογένεια, με τον πατέρα σας και τη μητέρα σας να έχουν σημαντική πορεία στο θέατρο. Αυτό επηρέασε τον επαγγελματικό σας προσανατολισμό;
Σίγουρα επηρεάζει. Τώρα βλέπω το παιδί μου και σκέφτομαι τι θα γίνει όταν μεγαλώσει. Τι βλέπει, τι θα τον εμπνεύσει.
Είναι δύσκολο να στραφεί κανείς πολύ μακριά από αυτό που του είναι τόσο οικείο μέσα στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει. Συμβαίνει βέβαια και το αντίθετο. Σε πολλέςκαλλιτεχνικές οικογένειες βλέπεις παιδιά που ακολουθούν τελείως διαφορετικούς δρόμους.
Αυτό που σου δίνει όμως ένα τέτοιο περιβάλλον είναι ότι γνωρίζεις και τη δύσκολη πλευρά του επαγγέλματος. Ο πατέρας μου δεν ήταν απλώς ένας καλλιτέχνης. Ήταν ένα παιδί οικογένειας μεταναστών. Δούλευε από τα δώδεκά του χρόνια σε εργοστάσια για να μπορέσει να σπουδάσει ο αδελφός του. Ο πατέρας του είχε περάσει τη ζωή του σε εξορίες και στρατόπεδα συγκέντρωσης λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Αυτός ήταν ο πατέρας μου.
Και η μητέρα μου ήταν ένα κορίτσι που ήρθε στην Αθήνα από την Κρήτη, από μια αγροτική οικογένεια, προσπαθώντας να χτίσει κάτι διαφορετικό. Δεν μεγαλώσαμε σε κάποιο «τζάκι καλλιτεχνών», όπως πολλές φορές φαντάζεται ο κόσμος.
Αυτό που πήρα από αυτούς ήταν κυρίως η γειωμένη πλευρά της δουλειάς. Ότι πολλές φορές δεν έχεις δουλειά. Ότι υπάρχει ανασφάλεια. Ότι δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Ότι όσο μεγαλώνεις έρχεσαι συνεχώς αντιμέτωπος με την πραγματικότητα του επαγγέλματος. Αυτά είναι τα πράγματα που έμαθα περισσότερο από τους γονείς μου.
Όταν τελικά αποφασίσατε να ακολουθήσετε αυτόν τον δρόμο, πώς το αντιμετώπισαν; Γνωρίζοντας καλά τον χώρο και τις δυσκολίες του, φοβήθηκαν; Και αντίστοιχα, αν στο μέλλον ο γιος σας θελήσει να ακολουθήσει το ίδιο επάγγελμα, πώς θα το αντιμετωπίσετε; Θα σας φόβιζε κάτι;
Εμένα θα με φόβιζε μόνο αν ένιωθα ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη συνεχή ματαίωση. Γιατί όταν αφιερώνεσαι ολοκληρωτικά σε κάτι και εκθέτεις ό,τι καλύτερο μπορείς να κάνεις, ο άλλος άνθρωπος έχει το δικαίωμα να το απορρίψει. Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά.
Επίσης, σήμερα όλα είναι πολύ πιο δημόσια. Υπάρχει το διαδίκτυο, τα social media, τα σχόλια, η συνεχής έκθεση. Ο καθένας μπορεί να πει ό,τι θέλει. Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει κάτι, αλλά αν επιτρέψεις σε όλα αυτά να εισχωρήσουν μέσα σου και να σε αλλοιώσουν, τότε μπορεί να γίνει επικίνδυνο. Θα προσπαθούσα λοιπόν να τον θωρακίσω απέναντι σε αυτό. Αυτό θα ήταν η βασική μου ανησυχία.
Αν όμως ένιωθα ότι μπορεί να το διαχειριστεί, τότε θα του έλεγα να βουτήξει και να κάνει αυτό που θέλει. Κάπως έτσι αντιμετώπισαν και οι δικοί μου γονείς την επιλογή μου.
Έτσι κι αλλιώς φαινόταν από νωρίς ότι με τραβούσε αυτός ο χώρος. Από το σχολείο ακόμη είχα μεγάλη αγάπη για τον κινηματογράφο. Έψαχνα, πειραματιζόμουν, γυρνούσα μικρές ταινίες. Τότε, για να κάνεις κάτι τέτοιο, έπρεπε να βρεις κάμερα, να αγοράσεις κασέτες, να αφιερώσεις αμέτρητες ώρες στην επεξεργασία οπτικοακουστικού υλικού. Μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όπου τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα τεχνικά από ό,τι σήμερα.
Νομίζω λοιπόν ότι οι γονείς μου καταλάβαιναν πως αυτό ήταν κάτι που πραγματικά ήθελα να κάνω. Έβλεπαν ότι επέμενα, ότι αφιέρωνα χρόνο και ενέργεια και ότι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα προσπαθούσα να το πετύχω. Ίσως γι’ αυτό ήταν πιο ήσυχοι με την απόφασή μου.
Πώς είστε ως πατέρας;
Το να είσαι πατέρας είναι ένα πολύ μεγάλο ταξίδι, μέσα από το οποίο μαθαίνεις συνεχώς. Έχει τις δυσκολίες του, έχει πολύ απαιτητικές στιγμές, αλλά έχει και ανταμοιβές που είναι πραγματικά ανεκτίμητες, τόσο συναισθηματικά όσο και σε πολλά άλλα επίπεδα.
Η μεγαλύτερη πρόκληση, νομίζω, έχει να κάνει με εσένα τον ίδιο. Πολλές φορές αγχώνεσαι γιατί προβάλλεις δικούς σου φόβους στο μέλλον. Βλέπεις κάτι στο παιδί σου και σκέφτεσαι: «Αυτό μπορεί να τον δυσκολέψει αργότερα; Πώς θα διαχειριστεί κάποιες καταστάσεις; Πώς μπορώ να τον προστατεύσω ώστε, όταν εγώ δεν θα είμαι εκεί, να μπορεί να σταθεί μόνος του;».
Μέσα από αυτή τη διαδικασία μαθαίνεις πάρα πολλά. Μαθαίνεις να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που αναπτύσσεται μπροστά σου, να βλέπεις πώς ανθίζει, πώς εξελίσσεται, πώς απορροφά τον κόσμο γύρω του και πώς διαρκώς ανακαλύπτει ξανά τον εαυτό του.
Εγώ ήμουν πάντα ένας άνθρωπος που ήθελε να έχει τον έλεγχο σε μεγάλο βαθμό. Τώρα κάνω μεγάλη προσπάθεια να απομακρυνθώ από αυτή την ανάγκη, ώστε να απολαμβάνω περισσότερο τη ζωή και τη δουλειά μου. Και τελικά, ο άνθρωπος που με βοηθά περισσότερο σε αυτό είναι ο γιος μου. Εκείνος μου αποδεικνύει καθημερινά ότι οι ανατροπές μπορεί να είναι όμορφες και δημιουργικές, αρκεί να εμπιστεύεσαι περισσότερο τη διαδικασία και να μην προσπαθείς να ελέγχεις τα πάντα.
Έχετε νιώσει ποτέ ότι χάσατε σημαντικές στιγμές από τα παιδιά σας εξαιτίας του θεάτρου, των γυρισμάτων ή των επαγγελματικών σας υποχρεώσεων γενικότερα;
Όχι, δεν το αισθάνομαι έτσι. Φυσικά υπάρχουν φορές που χρειάζεται να θυσιάσεις κάποιες δουλειές ή επαγγελματικές ευκαιρίες. Όμως έχω φροντίσει να κάνω επιλογές που μου επιτρέπουν να είμαι παρών.
Έχουν υπάρξει περίοδοι που δούλευα εξαιρετικά σκληρά, ακόμη και δεκαεπτά ώρες την ημέρα. Όταν όμως έρχεται το καλοκαίρι και παρουσιάζεται μια επαγγελματική πρόταση —ένα φεστιβάλ, μια παράσταση στην Επίδαυρο ή κάτι αντίστοιχο— μπορεί να χρειαστεί να πω: «Όχι, αυτή τη φορά δεν θα το κάνω».
Γιατί σκέφτομαι ότι αυτές οι στιγμές με την οικογένειά μου δεν θα υπάρχουν για πάντα. Μπορεί να επιλέξω να περάσω έναν ολόκληρο μήνα διακοπών με το παιδί μου αντί να αναλάβω μια δουλειά. Οπότε όχι, δεν νιώθω ότι έχω χάσει πράγματα. Αντιθέτως, νιώθω ότι έχω κάνει συνειδητές επιλογές για αυτά που έχουν πραγματικά σημασία για μένα.
Πώς έχει αλλάξει η σχέση σας με την υποκριτική όλα αυτά τα χρόνια;
Δεν ξέρω ακριβώς πώς να ορίσω τη σχέση μου με την υποκριτική. Είναι μια διαδικασία που με αφορά βαθιά, αλλά δεν είναι κάτι στατικό. Πλάθεται, εξελίσσεται και αλλάζει διαρκώς.
Ελπίζω κάθε χρόνο να καταφέρνω κάτι λίγο καλύτερα από την προηγούμενη χρονιά. Να μπαίνω πιο βαθιά σε αυτό που κάνω. Να διατηρώ τη σύνδεσή μου με την υποκριτική σαν να γεννήθηκε χθες η ανάγκη να κάνω αυτή τη δουλειά.
Γιατί πολύ συχνά βλέπεις ανθρώπους που, όσο περνούν τα χρόνια, παίρνουν μια απόσταση από αυτή τη διαδικασία. Και το καταλαβαίνω. Η συνεχής έκθεση είναι κουραστική. Είναι απαιτητικό να βγαίνεις καθημερινά στη σκηνή και να εκτίθεσαι μπροστά σε τόσο κόσμο, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Γι’ αυτό δεν θεωρώ τίποτα δεδομένο. Νιώθω ότι βρίσκομαι ακόμη εδώ γιατί αυτή η σχέση παραμένει ζωντανή και ισορροπημένη. Όσο υπάρχει αυτή η ισορροπία, θα συνεχίσω να είμαι παρών. Αν κάποια στιγμή χαθεί, τότε ίσως κάνω κάτι άλλo.
Ένας καλλιτέχνης πιστεύεται ότι πρέπει να παίρνει θέση σε θέματα της επικαιρότητας;
Μέσα από τις επιλογές του και την στάση του ναι. Όχι αναγκαστικά μέσα από δηλώσεις και τσιτάτα, ας πούμε, σε τείχους και stories. Νιώθω ότι είναι πάρα πολύ εύκολο και δεν είναι αντιδραστικό επί της ουσίας αυτό. Είναι σαν να το κάνεις για να το κάνεις.
Ενώ για να εκφραστείς έτσι μέσα από τη δουλειά σου, πρέπει να πάρεις αποφάσεις ριψοκίνδυνες, ας πούμε, όπως είπε η συνάδελφός σου πριν, που μου είπε για την παράσταση που διαλέξαμε ότι ήταν μια ριψοκίνδυνη παράσταση, ένα ριψοκίνδυνο έργο. Αυτό είναι μια τοποθέτηση σε σχέση με την επικαιρότητα και τη στιγμή και τη ζωή και το προσκήνιο το πολιτικό.




