Μάκης Παπασημακόπουλος: «Δεν θέλω άλλο κόσμο, ευχαριστώ»

Ο Μάκης Παπασημακόπουλος, οι φωνές στο κεφάλι του, το ραδιόφωνο, οι κοινωνικές εμμονές και η ανάγκη να παραμένει απλώς… ο εαυτός του

Μάκης Παπασημακόπουλος: «Δεν θέλω άλλο κόσμο, ευχαριστώ»

«Μιλάει λίγο μόνος του».

Το έχω ακούσει πολλές φορές από ανθρώπους που τον ακούν πρώτη φορά στον αέρα του Εν Λευκώ.

Και είναι αλήθεια.

Ο Μάκης Παπασημακόπουλος δεν κάνει “κλασικό” ραδιόφωνο.

Δεν μιλάει με τον ασφαλή, αποστειρωμένο τρόπο του ανθρώπου που έχει αποφασίσει από πριν τι θα πει.

Δεν ακολουθεί πάντα αρχή, μέση & τέλος.

Ξεκινά μια σκέψη και την ακολουθεί μέχρι να δει πού θα τον βγάλει.

Ο Μάκης ανάμεσα σε μουσική, podcast, ραδιόφωνο και καθημερινές ιστορίες

«Λειτουργώ λίγο με trains of thought», μου λέει κάποια στιγμή.
Και συμφωνώ απόλυτα, αυτή είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή του.

Κάποια στιγμή, στην αρχή της κουβέντας μας, του μεταφέρω κάτι που μου είχαν πει φίλοι πριν τη συνέντευξη.

«Πες του ότι είναι η ελπίδα μας πως τελικά σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι όλοι ηλίθιοι».

Γελάει αμήχανα.

Δεν ξέρει ακριβώς πώς να αντιδράσει σε κάτι τόσο έντονο. Δεν το παίρνει πάνω του, δεν δείχνει να νιώθει άνετα με τέτοιου είδους αποθέωση. Για εμένα, εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο κομμάτι της γοητείας του.

Γιατί, ενώ τόσοι άνθρωποι νιώθουν ότι τους εκφράζει, ο ίδιος αρνείται πεισματικά να μπει στη θέση του ανθρώπου που “καθοδηγεί” ή “ξέρει καλύτερα”.

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου οδηγό ή φως ή ξέρω ’γω τι σκατά..», μου λέει λίγο αργότερα. «Λέω τη γνώμη μου μπροστά σε ένα μικρόφωνο.

That’s it, that’s all».

Κι όμως, ενώ είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ανθρώπους της ελληνικής pop culture των τελευταίων χρόνων, ο ίδιος μοιάζει σχεδόν αλλεργικός στην ιδέα του “ιντερνετικού guru”.

Από τον Άγιο Ελευθέριο στην Αγγλία και από το Βερολίνο ξανά στο μηδέν

Ο κόσμος ξέρει τον Μάκη μέσα από το ραδιόφωνο, τα podcast, τα social videos και τον χαρακτηριστικό τρόπο που σχολιάζει την καθημερινότητα. Πολύ λιγότεροι όμως γνωρίζουν τη διαδρομή που προηγήθηκε.

Μεγάλωσε αρχικά στον Άγιο Ελευθέριο, μετακόμισε μικρός στα βόρεια προάστια και αργότερα, μετά τις σπουδές και το εξωτερικό, επέστρεψε από δική του επιλογή ξανά στην ίδια περιοχή.

Ο πατέρας του Παναγιώτης, κατάγεται από τον Ψαθόπυργο έξω από την Πάτρα, ενώ η μητέρα του είναι Αγγλίδα. Αυτή η διπλή επιρροή φαίνεται προφανώς, παντού πάνω του από το χιούμορ μέχρι τον τρόπο που σκέφτεται.

Σπούδασε στην Αγγλία, έζησε στο Βερολίνο και μετά γύρισε στην Ελλάδα περίπου το 2013 για να ξαναχτίσει τη ζωή και την καριέρα του από την αρχή.

«Το Βερολίνο δεν πήγε καθόλου καλά», λέει χωρίς δραματοποίηση.
«Και ξεκίνησα από το μηδέν».

Ο Μάκης και το χαρακτηριστικό Σύμπαν του En Lefko 87.7

Rock FM, Sport FM, ΣΚΑΪ, Εν Λευκώ: το ραδιόφωνο ως φυσικό περιβάλλον

Το ραδιόφωνο μπήκε στη ζωή του σχεδόν οργανικά.

Ξεκίνησε γράφοντας για το μουσικό fanzine Fractal Press. Εκεί άρχισε να γράφει μικρές ιστορίες και μουσικές κριτικές, μέχρι που ήρθε η πρώτη επαφή με τον Rock FM.

Ακολούθησαν:

  • Era Sport,
  • Red FM,
  • Sport FM,
  • ΣΚΑΪ,
  • και τελικά ο Εν Λευκώ, όπου σήμερα έχει ίσως τη ραδιοφωνική του “στέγη”.

Παράλληλα:

  • κάνει podcast,
  • DJ sets,
  • μουσικές επιλογές,
  • concept projects,
  • κινηματογραφικά formats,
  • και συνεχίζει να λειτουργεί σαν άνθρωπος που δοκιμάζει συνεχώς καινούργια πράγματα.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι δεν μιλά ποτέ σαν άνθρωπος που “κατέκτησε” κάτι.

Αντίθετα, περιγράφει τον εαυτό του σαν εργαζόμενο που τρέχει ασταμάτητα.

«Δουλεύω πάρα πολλές ώρες. Δεν έχω σχεδόν προσωπική ζωή».

Το παιδί που πήγαινε στο Μοναστηράκι για να παρατηρεί ανθρώπους

Οι χαρακτήρες που τον έκαναν viral δεν γεννήθηκαν τυχαία.

Για χρόνια πήγαινε στο Μοναστηράκι μόνο και μόνο για να παρατηρεί κόσμο. Καθόταν στον σταθμό και φανταζόταν ζωές, φωνές, συνήθειες, διαλόγους.

Κρατούσε σημειώσεις.

«Προσπαθούσα να φανταστώ πού πάνε, από πού έρχονται, τι φωνές έχουν». Το είχε αντιγράψει λέει από έναν συγγραφέα που δεν θυμάται καν ποιος ήταν, αλλά του άρεσε και το υιοθέτησε.

Και κάπως έτσι δημιουργήθηκαν αργότερα οι χαρακτήρες του “Επαγγελματικού Προσανατολισμού”, ενός project που άφησε τεράστιο αποτύπωμα στο ελληνικό internet.

Ο ίδιος όμως ξεκαθαρίζει κάτι πολύ σημαντικό: οι χαρακτήρες αυτοί δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά δικό του δημιούργημα.

Μιλά συνεχώς για τη συνεργασία του με την Κατερίνα Νανοπούλου και επιμένει ότι το project ανήκε και στους δύο.

Όταν η συνεργασία σταμάτησε, σταμάτησε και το project.

«Όταν κάτι ανήκει σε μια ομάδα ανθρώπων, δεν θέλω να το συνεχίσω μόνος μου».

Σε μια εποχή που όλοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν μέχρι τέλους κάθε επιτυχημένο format, η στάση του μοιάζει σχεδόν παράξενη.

Η μητέρα του, το αγγλικό χιούμορ και το “safety blanket”

Η μητέρα του ήταν ηθοποιός και τραγουδίστρια.

Από εκείνη, λέει, έμαθε πώς χρησιμοποιείται η φωνή. Πώς “τοποθετείται”. Πώς λειτουργεί η αναπνοή ενός performer.

Από εκείνη πήρε και το χιούμορ.

Όχι το Ελληνικό φωνακλάδικο ή επιτηδευμένο, αλλά εκείνο το βρετανικό, σαρκαστικό, σχεδόν αμήχανο χιούμορ που λειτουργεί περισσότερο σαν άμυνα.

Το αποκαλεί “safety blanket”.

Ε ναι! Άλλωστε γι’ αυτό οι πιο αστείοι άνθρωποι δεν είναι συχνά και οι πιο εσωστρεφείς?

Ο Μάκης κατά τη διάρκεια της συνέντευξης

«Η ελληνική κοινωνία αγαπάει την απατεωνιά»

Όταν η κουβέντα πηγαίνει στα κοινωνικά θέματα, αλλάζει εντελώς τόνος.

Τον ρωτάω πώς επιλέγει τα θέματα για τα οποία μιλά στα podcast και στο ραδιόφωνο.

Η απάντηση έρχεται άμεσα:

«Με ενοχλεί πάρα πολύ να υποφέρει κόσμος άνευ λόγου και αιτίας».

Μετά αρχίζει να μιλά για την “παράνοια” της εποχής μας. Για το πώς η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει ακόμη και τις πιο ακραίες σειρές επιστημονικής φαντασίας.

«αν η πραγματικότητα καταφέρνει και ξεπερνάει με ευκολία μια σειρά με παρανοϊκούς υπερήρωες, κάτι δεν πάει καλά» λέει,

και όλοι θα συμφωνήσουμε μαζί του.

Και η Απατεωνιά.

«Οι απατεώνες πάντα με εξιτάρουν», «Η ελληνική κοινωνία αγαπάει την απατεωνιά», λέει χωρίς περιστροφές.

Και αυτή τη λέξη την επαναλαμβάνει πολλές φορές:

– Γιατί όμως;

«Γιατί νομίζω ότι το πολιτικό μας αφήγημα, ειδικά από τη δεκαετία του ’80 και μετά, είχε πάρα πολύ μέσα της ένα κομμάτι το οποίο αφορά την κατανάλωση και προβολή του οικονομικού status»

Μιλά για μια κοινωνία που θαυμάζει τον άνθρωπο που “την έφερε” στους άλλους. Που αντιμετωπίζει τον απατεώνα σαν μάγκα. Που συνδέει το οικονομικό status με την επιτυχία, ανεξάρτητα από τον τρόπο που αποκτήθηκε.

Οι νέες γενιές και το «αν δεν δουλεύω, δεν είμαι»

Δεν αντιμετωπίζει καθόλου αφ’ υψηλού τους νεότερους.

Αντίθετα, σχεδόν τους θαυμάζει.

Πιστεύει ότι οι νέες γενιές αντέδρασαν σε ένα εργασιακό μοντέλο που ζητούσε τα πάντα και επέστρεφε ελάχιστα.

«Οι δικές μας γενιές κόλλησαν το μικρόβιο του “αν δεν δουλεύω, δεν είμαι”».

Μιλά για εξάντληση. Για δουλειά χωρίς όρια. Για ανθρώπους που έμαθαν να αυτοπροσδιορίζονται αποκλειστικά μέσα από την εργασία.

Και όταν τον ακούς, καταλαβαίνεις ότι δεν μιλάει θεωρητικά.

Γιατί και ο ίδιος λειτουργεί σχεδόν ακραία. Όπως άλλωστε όλες οι προηγούμενες γενιές σε σχέση με το εργασιακό κομμάτι

«Δεν θέλω άλλο κόσμο, ευχαριστώ»

Εδώ ίσως βρίσκεται το πιο απρόσμενο κομμάτι του.

Γιατί ενώ ο κόσμος τον συνδέει με το χιούμορ, την αμεσότητα και μια σχεδόν “παρεΐστικη” παρουσία, ο ίδιος παραδέχεται ότι είναι κοινωνικά άβολος.

«Δεν αισθάνομαι πολύ άνετα με κόσμο που δεν ξέρω», λέει.
«Θέτω αρκετά έντονα όρια».

Και τότε τον ρωτάω κάτι πολύ απλό:

Πώς συμπαθείς έναν άνθρωπο; Περιμένω ίσως κάποια συγκεκριμένη απάντηση. Ένα χαρακτηριστικό. Έναν τύπο ανθρώπου. Κάτι.

Αντίθετα, σταματά για λίγο και λέει:

«Δεν ξέρω».

Μου εξηγεί ότι είναι “μια σειρά συνθηκών”.
Κοινά ενδιαφέροντα.
Χρόνος.
Συγκυρίες.
Το να βρεθείς δίπλα σε κάποιον αρκετά ώστε να τον μάθεις πραγματικά.

Και μετά έρχεται ίσως η πιο αποκαλυπτική φράση όλης της κουβέντας:

«Έχω κλειδώσει πόρτα για το άμεσο μέλλον».

Όχι από έπαρση.
Όχι επειδή θεωρεί τον εαυτό του δύσκολο ή “μυστήριο”.
Αλλά επειδή νιώθει εξαντλημένος.

«Δεν υπάρχω από άποψη χρόνου», λέει.
«Τον χρόνο που έχω τον αφιερώνω στους ήδη υπάρχοντες ανθρώπους της ζωής μου».

Οπότε καταλαβαίνεις ότι ο άνθρωπος που τόσος κόσμος νιώθει “δικός του”, στην πραγματικότητα προστατεύει πολύ προσεκτικά τον προσωπικό του χώρο.

Το σπίτι που δεν είδα ποτέ

Σε κάποιο σημείο της κουβέντας τού παραδέχομαι κάτι:

Ότι ξενέρωσα λίγο που δεν κάναμε τη συνέντευξη σπίτι του.

Γιατί είχα ακούσει ιστορίες για τη συλλογή του. Για τα αντικείμενα. Για τις ταινίες. Για τους δίσκους. Για το χάος.

Γελάει.

«Δεν είναι πολύ ενδιαφέρον στο μάτι», μου λέει.
«Δεν είναι οργανωμένο. Είναι λίγο πανικός».

Κι όμως, όσο το περιγράφει, τόσο πιο πολύ θέλεις να πας να το δεις από κοντά.

Στο σπίτι του υπάρχουν:

  • στοίβες από DVD και Blu-ray,
  • δίσκοι,
  • βιβλία,
  • μουσικές,
  • αντικείμενα,
  • physical media παντού.

Δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα το streaming. Θέλει να “έχει” τις ταινίες. Να τις πιάνει. Να τις συλλέγει.

Αγοράζει ακόμη DVD και Blu-ray μανιωδώς.

Και αυτές οι συλλογές θα αποκτήσουν σύντομα νέο ρόλο μέσα από το micro cinema που ετοιμάζει στην Κυψέλη.

Σε φωτογράφιση για τον En Lefko 87.7

Κυψέλη, micro cinema και μια μικρή πολιτιστική “σταυροφορία”

Το νέο project που ετοιμάζει μοιάζει απολύτως ταιριαστό μαζί του.

Ένα μικρό micro cinema περίπου 30 θέσεων.
Ένας χώρος προβολών για ταινίες λιγότερο γνωστές, πιο δύσκολες, πιο “νις”.

Όχι multiplex.
Όχι κινητά με φουλ φωτεινότητα μέσα στην ταινία.
Όχι κουβάδες ποπ κορν και κουβέντες πάνω από τον ήχο.

Το βλέπει σχεδόν σαν πολιτιστική αποστολή.

«Η επιβίωση των physical media είναι κάτι που με απασχολεί και το βλέπω λίγο σαν σταυροφορία», λέει.

Και ύστερα έρχεται μία από τις πιο ουσιαστικές φράσεις του:

«Όταν είσαι σε ένα επίπεδο που δεν πιέζεσαι να βγάλεις τα κοινόχρηστα, οφείλεις να δώσεις κάτι πίσω σε ένα community που σε στηρίζει».

Περιμένουμε με ανυπομονησία. Όσοι βέβαια ανήκουμε στην ομάδα η οποία θα πληροί τις προϋποθέσεις για να βρεθεί μέσα σε αυτό τον χώρο.

Κάπου εκεί η κουβέντα πηγαίνει αναπόφευκτα στον Αχιλλέα Χαρμπίλα, έναν άνθρωπο που εμφανίζεται συνεχώς στις ιστορίες του, στα project του, στις αναφορές του, σχεδόν σαν recurring χαρακτήρας σε σειρά.

Και τότε δεν κρατιέμαι και τον ρωτάω:

«Ο Αχιλλέας τελικά είναι πραγματικός άνθρωπος;»

Γελάει δυνατά.

Γιατί όσοι παρακολουθούν χρόνια τις ιστορίες, τα podcast και τις αφηγήσεις του, έχουν αρχίσει σχεδόν να αντιμετωπίζουν τον Αχιλλέα σαν μυθολογικό πρόσωπο. Σαν κάποιον που υπάρχει ταυτόχρονα αληθινά και αφηγηματικά μέσα στο σύμπαν του Παπασημακόπουλου.

Κι όμως, ο τρόπος που μιλά για εκείνον δείχνει πολλά.

«Ο Αχιλλέας είναι ένας πολύ καλός μου φίλος, κομβικός συνεργάτης, όπως και ο Στέλιος ο Καρακάσης, χωρίς την παρουσία των οποίων στη ζωή μου η ζωή μου θα ήταν πολύ χειρότερη και πολύ λιγότερο ενδιαφέρουσα»

Γιατί πίσω από τα αστεία, τις obscure αναφορές, τα endless discussions για μουσική και σινεμά και τα σχέδια για το micro cinema στην Κυψέλη, φαίνεται μια πραγματική, βαθιά φιλία.

Από εκείνες τις φιλίες που χτίζονται μέσα από κοινές εμμονές, κοινό χιούμορ, ατελείωτες συζητήσεις και χρόνια κοινών αναφορών.

Daily routine, «δεν την παλεύω»

Ξυπνάει 6:30–7:00.

Καφές.
Βιταμίνες.
Emails.
Πρόγραμμα.
Δουλειά.

Και μετά τρέξιμο μέχρι το βράδυ.

Ραδιόφωνο, podcast, γυρίσματα, DJ sets, meetings, projects.

«Χωρίς πρόγραμμα δεν υπάρχω», λέει.
«Χωρίς την ατζέντα μου καταρρέω».

Σημειώνει τα πάντα γιατί αλλιώς φοβάται ότι θα τα ξεχάσει.

Και παρότι προς τα έξω μοιάζει χαοτικός, στην πραγματικότητα λειτουργεί με σχεδόν στρατιωτική δομή.

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι τι λέει για τον ελεύθερο χρόνο.

Γιατί ουσιαστικά… δεν υπάρχει.

«Και κάποιο λίγο χρόνο που μπορεί να μου περισσεύει, αν έχω, θα βγω με ένα φίλο, με μια φίλη, με μια παρέα ξέρω γω, να πιούμε, να φάμε κάτι, κάτι τέτοιο, αλλά γενικά δύσκολα να βρω χρόνο ελεύθερο, πραγματικά ελεύθερο χρόνο να τον αφιερώσω σε μια έξοδο. Συνήθως αν έχω ελεύθερο χρόνο απλά είμαι στον καναπέ τύπου τ’ ανάσκελα.

Δεν την παλεύω».

Και το λέει χωρίς να το κάνει δραματικό. Απλώς το αποδέχεται.

Bandcamp, TikTok και μουσική χωρίς “χατίρια”

Η μουσική είναι παντού στη ζωή του.

Νέα μουσική ανακαλύπτει κυρίως μέσω Bandcamp.
Ακολουθεί labels, μουσικούς, online μουσικούς συντάκτες και λογαριασμούς που εμπιστεύεται αισθητικά.

Μπαίνει επίσης στο TikTok, όχι ως creator αλλά ως παρατηρητής.

Βλέπει προτάσεις μουσικής, κάνει repost πράγματα που του αρέσουν και φεύγει.

«Έχω σκεφτεί πολλές φορές να βάλω το TikTok στη ζωή μου σαν δημιουργός», λέει.
«Αλλά δεν έχω χρόνο να χωρέσω κάτι άλλο μέσα στη μέρα μου».

Και ως DJ λειτουργεί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί γενικά:

Δεν κάνει χατίρια.

«Δεν ακολουθώ το κοινό. Ακολουθώ αυτό που γουστάρω εκείνη την περίοδο».

Αν αρέσει, καλώς.
Αν όχι, επίσης καλώς.

Νέα Υόρκη, Τόκιο και η ανάγκη να εξαφανίζεται μόνος του

Λατρεύει τα ταξίδια.

Αλλά όχι με τον “instagramικό” τρόπο.

Δεν κυνηγά checklists και τουριστικές λίστες. Δεν τον ενδιαφέρει να “δει όσα περισσότερα γίνεται”.

Αν βρει ένα μέρος που τον κάνει να νιώθει καλά, επιστρέφει ξανά και ξανά.

Το παραδέχεται και ο ίδιος:

«Είμαι λίγο creature of habit».

Η Νέα Υόρκη είναι ίσως η μεγαλύτερη εμμονή του. Έχει πάει αμέτρητες φορές. Το ίδιο και το Τόκιο.

Λέει στο μεταξύ κάτι που εξηγεί σχεδόν όλη τη σχέση του με τα ταξίδια:

«Τα ταξίδια παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου.

«Μου προσφέρουν πολύ μεγάλη ανάσα, πολύ μεγάλη δυνατότητα να αδειάσω το κεφάλι μου και να σκεφτώ»

«Επειδή ταξιδεύω μόνος μου κιόλας»

– Μόνος σου;

«Ναι, Ναι»

«Συν το γεγονός ότι εγώ στο μεγαλύτερο μέρος των ταξιδιών μου δε μιλάω.

Δεν ακούω τον ήχο της φωνής μου.

Και το κάνω πολύ συνειδητά αυτό.

Γιατί ακούω τον ήχο της φωνής μου όλη τη χρονιά, γιατί σε αυτό βασίζεται η δουλειά μου. Όταν πάω ταξίδι δεν θέλω να ακούω τίποτα. Δε θέλω να μιλάω σε κανέναν, δε θέλω να μου μιλάει κανένας.

Δε θέλω να ακούω τη φωνή μου, δε θέλω να ακούω τίποτα.

Θέλω να είμαι στη μούγκα»

Να περπατά χωρίς να ακούει καν τη φωνή του.
Να χάνεται μέσα στον κόσμο.
Να παρατηρεί.

Σκέφτομαι ότι και στα ταξίδια, συνεχίζει να κάνει αυτό που έκανε παιδί στο Μοναστηράκι:

Να κοιτά ανθρώπους και να φαντάζεται ιστορίες.

Οι τελευταίες γρήγορες ερωτήσεις

Στο τέλος της κουβέντας, αφού είχαν ήδη περάσει σχεδόν δύο ώρες συζήτησης για ραδιόφωνο, μουσική, κοινωνία, δουλειά, κινηματογράφο και ανθρώπους, αποφασίζω να τον πάω κάπου πιο απλά.

«Τώρα θα σου κάνω λίγες ερωτήσεις τις οποίες μπορείς να απαντήσεις μονολεκτικά», του λέω.

Γελάει.

«Μονολεκτικά; ΟΚ».

Δεν απάντησε τελικά ποτέ μονολεκτικά.

Και ευτυχώς.

Ποιο είναι το πιο παρηγορητικό σου φαγητό;

«Νομίζω ένα πιάτο μακαρόνια με μια πολύ απλή σάλτσα. Και λίγο τυράκι. Και ένα ποτήρι κρασί».

Και μετά θυμάται αμέσως τη μητέρα του.

«Ή μια συνταγή μακαρονιών φούρνου που φτιάχνει η μαμά μου. Προσπαθώ να της πω να μου τη δώσει».

Τον ρωτάω τι μακαρόνια είναι.

«Πράσινα μακριά πλατιά μακαρόνια. Τρικολόρε».

Μαγειρεύεις;

«Ναι, εντάξει. Πενήντα χρονών μαντράχαλος είμαι».

Ποιο είναι το αγαπημένο σου στέκι στην Αθήνα;

«Δεν έχω πλέον. Το υπόγειο».

Σου αρέσει να ψωνίζεις ρούχα;

«Ναι. Πολύ» (φίλος μου!!!!)

Αγαπημένο gadget;

Σκέφτεται για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σηκώνει το χέρι του.

«Το health tracker μου. Αυτό που παρακολουθεί την υγεία μου».

Κοιμάται μάλιστα φορώντας το.

Αγαπημένο σημείο στο σπίτι σου;

«Το καθιστικό μου».

Έχεις κατοικίδιο;

«Δυστυχώς όχι».

«Λείπω πολλές ώρες από το σπίτι και δεν θέλω να καταδικάσω ένα κατοικίδιο να περνάει τόσες ώρες χωρίς εμένα».

Τον ρωτάω τι θα ήθελε να έχει.

«Οτιδήποτε χρειαζόταν περισσότερο τη βοήθειά μου πρώτο».

Αυτοκίνητο ή μηχανή;

«Προς το παρόν αυτοκίνητο».

Και κάπου εδώ έρχεται η τελευταία ερώτηση της συνέντευξης.

Η πιο σοβαρή απ’ όλες.

«Τελικά εσύ τι ζώδιο είσαι;»

Χωρίς δεύτερη σκέψη:

«Καρκίνος».

Τον κοιτάω και γελάω.

«Είμαστε το ίδιο ζώδιο»!!!

Μάκης Παπασημακόπουλος.

Ένας άνθρωπος που παρατηρεί ασταμάτητα τον κόσμο γύρω του, προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στην παράνοιά του και, παρότι δεν θέλει να γίνει “φωνή” κανενός, καταφέρνει τελικά να εκφράζει πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους νομίζει.

Εμένα σίγουρα πάντως.