Κοιμωμένη του Χαλεπά: τραγωδία, μύθοι και περιπέτειες

το διασημότερο γλυπτό του Γιαννούλη Χαλεπά, η Κοιμωμένη, θεωρείται από πολλούς ως το σπουδαιότερο γλυπτό της σύγχρονης Ελλάδας

Κοιμωμένη του Χαλεπά: τραγωδία, μύθοι και περιπέτειες

Εισαγωγή

Η Κοιμωμένη του Γιαννούλη Χαλεπά φιλοτεχνήθηκε το 1878 και αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της σύγχρονη ελληνικής γλυπτικής. Το διασημότερο ίσως σύγχρονο ελληνικό γλυπτό κρύβει πίσω του μια τραγική ιστορία, περιπέτειες και μύθους…

Ο χώρος

Το Α’ Νεκροταφείο είναι το παλαιότερο κοιμητήριο των Αθηνών. Iδρύθηκε το 1838 επί δημαρχίας Δ.Καλλιφρονά σε έκταση που είχε δωρηθεί στον Δήμο Αθηναίων. Σε αυτό τον χώρο βρίσκονται συνολικά 768 γλυπτά έργα τέχνης.

Εκεί έχουν ταφεί σχεδόν όλοι οι επώνυμοι Έλληνες που στα τελευταία χρόνια διακρίθηκαν στον χώρο των τεχνών, των γραμμάτων, και της πολιτικής.

Αναπτύχθηκε κάτω από το καλλιτεχνικό κλίμα του νεοκλασικισμού και αποτελεί μια υπαίθρια συλλογή αντιπροσωπευτική της γλυπτικής του 19ου αιώνα στην Ελλάδα. Σημαντικοί αρχιτέκτονες, όπως ο Καυταντζόγλου, ο Τσίλλερ, καθώς και διάσημοι γλύπτες (κυρίως Τήνιοι), όπως ο Χαλεπάς, ο Βιτσάρης, ο Φυτάλης, ο Βιδάλης, ο Φιλλιπότης, επηρεάστηκαν από τα δυτικά ρεύματα, ιδιαίτερα από τη σχολή του Ιταλού γλύπτη Antonio Canova, και δημιούργησαν αριστουργήματα.

Ανάμεσά τους βρίσκεται και το διασημότερο γλυπτό του Γιαννούλη Χαλεπά, η Κοιμωμένη, το οποίο θεωρείται από πολλούς ως το σπουδαιότερο γλυπτό της σύγχρονης Ελλάδας.

Ο δημιουργός

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου 1851 στην Τήνο. Ο πατέρας του, Ιωάννης Χαλεπάς, είχε μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις μαρμαρογλυπτικής, με δραστηριότητα και παραρτήματα στην Τήνο, τη Σύρο, τον Πειραιά, τη Ρουμανία και τα παράλια της Μικράς Ασίας.

Η αγάπη του για την τέχνη εκδηλώθηκε από τα νεανικά του χρόνια, ωστόσο ο πατέρας του τον έστειλε να εργαστεί ως υπάλληλος σε εμπορικό κατάστημα στη Σύρο. Η επιμονή του όμως να σπουδάσει γλυπτική, οδήγησε την οικογένειά του να μετακομίσει στην Αθήνα, το 1869. Ο Γιαννούλης γράφτηκε στο Σχολείον των Τεχνών και, ως το 1872, σπούδασε ζωγραφική κοντά στον Νικηφόρο Λύτρα και γλυπτική κοντά στον Λεωνίδα Δρόση.

Το έργο του Χαλεπά χωρίζεται σε τρεις περιόδους: Η πρώτη περίοδος, 1870-1878, καλύπτει τα νεανικά του χρόνια μέχρι την εμφάνιση της ασθένειάς του. Κλείνει ουσιαστικά με τη δημιουργία της Κοιμωμένης. Η δεύτερη περίοδος ξεκινά το 1902, όταν γυρίζει σπίτι του μετά το θάνατο του πατέρα του και εκτείνεται ως το 1930. Καλύπτει τα χρόνια που έζησε και εργάστηκε στην Τήνο μετά την επάνοδό του από το Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Η τρίτη περίοδος ταυτίζεται με την εποχή που έζησε και δημιούργησε στην Αθήνα, δηλαδή από το 1930 έως το 1938.

Μέχρι το 1878, δημιούργησε τρία από τα σημαντικότερα έργα της πρώτης δημιουργικής του περιόδου: τον Σάτυρο που παίζει με τον έρωτα (1877), που παρουσίασε το 1878 στην Παγκόσμια Εκθεση στο Παρίσι, την Κοιμωμένη (1878) στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη, και το Κεφάλι Σατύρου (1878).

Η τέχνη και η εξέλιξη του Γιαννούλη Χαλεπά ήταν τότε ανοδική. Όμως το 1878 εκδηλώθηκαν τα πρώτα συμπτώματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς, η οποία οδήγησε στον εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας στις 4 Ιουλίου 1888, ως «πάσχοντα από άνοιαν». Στο ψυχιατρείο παρέμεινε ως τις 6 Ιουνίου 1902, οπότε η μητέρα του, που ήταν πάντα αντίθετη στον εγκλεισμό του, τον πήγε πίσω στην Τήνο. Ο πατέρας του είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο.

Εκείνη την εποχή επικράτησε η άποψη ότι ο Χαλεπάς τρελάθηκε όταν συνειδητοποίησε το ”λάθος” που είχε κάνει στο εμβληματικό αυτό έργο. Το κρεβάτι όπου ξαπλώνει το σώμα της Σοφίας Αφεντάκη στο γλυπτό, ήταν κοντό, εάν υπολογίσει κανείς ότι το κορμί της βρισκόταν σε ανασηκωμένη θέση, στηριγμένο σε ένα μαξιλάρι, ενώ το κρεβάτι τελείωνε μερικά εκατοστά πιο κάτω απ’ τα πόδια της.

Με άλλα λόγια, ο Χαλεπάς κατάλαβε (υποτίθεται το είδε στον ύπνο του) ότι εάν η Κοιμωμένη ξάπλωνε τελείως, το σώμα της δεν θα χωρούσε. Η ιστορία αυτή είναι μάλλον αμφιλεγόμενη. Ο Χαλεπάς δέχτηκε όντως κριτική για τις αναλογίες αυτού του έργου, αλλά πιθανότατα ούτε στον ύπνο του το είδε, ούτε αυτό το γεγονός έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ψυχική του διαταραχή.

Τον Απρίλιο του 1902, λίγους μήνες πριν την έξοδό του από το ψυχιατρείο, ο Ξενοφών Σώχος (συγγραφέας και εκδότης) επανέφερε τον Χαλεπά στο προσκήνιο με άρθρο του στο περιοδικό Πινακοθήκη. Πρόκειται πιθανότατα για το πρώτο άρθρο που γράφτηκε για τον γλύπτη μετά το 1878. Το περιοδικό επανήλθε τον Μάιο του ίδιου χρόνου, με ιδιαίτερη αναφορά στην Κοιμωμένη στο Α΄νεκροταφείο.

Μετά την έξοδό του από το ψυχιατρείο ο Χαλεπάς ζούσε κλεισμένος στον εαυτό του, σε μεγάλη ανέχεια και κάτω από την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του. Καθώς δεν είχε χάσει τη δημιουργική του διάθεση, έπλαθε έργα σε πηλό, τα κατέστρεφε όμως είτε ο ίδιος είτε η μητέρα του, η οποία θεωρούσε τη γλυπτική υπαίτια για την ασθένειά του.

Εφυγε από τη ζωή στις 15 Σεπτεμβρίου 1938 στην Αθήνα, σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα ανεκτίμητο καλλιτεχνικό έργο.

Το γλυπτό

Η Κοιμωμένη φιλοτεχνήθηκε σε λευκό μάρμαρο. Αναπαριστά ολόσωμη μια νεαρή κοπέλα, ξαπλωμένη σε ένα ανάκλιντρο, επάνω σε τσαλακωμένα σεντόνια. Το κεφάλι της γέρνει απαλά στο πλούσια διακοσμημένο με κεντήματα μαξιλάρι κρατώντας έναν σταυρό στο ένα χέρι, ενώ το άλλο της χέρι πέφτει απαλά στα σεντόνια με το ένα της πόδι να είναι ελαφρά ανασηκωμένο. Η εικόνα που σου δίνει το γλυπτό είναι μια κοπέλας που έχει αποκοιμηθεί, όχι που είναι νεκρή. Το πρόσωπο της κοπέλας μοιάζει ακόμα ροδαλό.

Το μαξιλάρι της είναι ψηλότερα βαλμένο, σαν να το έχει βάλει για να κοιμηθεί ανετότερα. Την όλη χαλάρωση της στάσης της την επιτείνουν τα μισάνοιχτα χείλη της και η μαλακή κάμψη του αριστερού ποδιού της σε λανθάνουσα κίνηση.

Το μοτίβο της ξαπλωμένης ή ανακεκλιμένης μορφής πάνω σε σαρκοφάγο ή κλίνη ξεκίνησε από την Ετρουρία (αρχαία χώρα της ιταλικής χερσονήσου) και χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή γλυπτική.

Ο Χαλεπάς όμως αποφεύγει την απόλυτη ακαμψία με το λυγισμένο πόδι και την ελαφρά στροφή του κεφαλιού. Το μοναδικό στοιχείο που παραπέμπει στον κόσμο των νεκρών είναι ο σταυρός που κρατάει στο στήθος. Το στοιχείο αυτό συνδέει τη σύνθεση με την ελληνική αρχαιότητα, αλλά και με τις αντιλήψεις των κλασικιστών. Στην αρχαία Ελλάδα ο Ύπνος και ο Θάνατος ήταν δίδυμα αδέλφια. Οι κλασικιστές θεωρούσαν τον θάνατο έναν αιώνιο ύπνο χωρίς όνειρα.

Το πρόσωπο και η τραγωδία

Η Κοιμωμένη είναι η Σοφία Αφεντάκη. Γεννήθηκε το 1856, ήταν κόρη της Ελένης και του Κωνσταντίνου Αφεντάκη. Ο πατέρας της ήταν εύπορος έμπορος των Αθηνών με καταγωγή από την Κίμωλο και είχε δυο κόρες, τη Μαριγή και τη Σοφία που ήταν η μικρότερη.

η Σοφία Αφεντάκη

Η Σοφία απέκτησε τον τίτλο της «νεαράς κόρης των Αθηνών» εξαιτίας της σπάνιας ομορφιάς της. Λέγεται πως ήταν μια πραγματική καλλονή, που αν και ανήλικη είχε γίνει το αντικείμενο του πόθου για πολλούς άνδρες οι οποίοι ξημεροβραδιάζονταν έξω από το σπίτι της με την ελπίδα να τη συναντήσουν.

Ο Νικόλαος Γύζης, ο διάσημος ζωγράφος, σε ένα ταξίδι του στην Αθήνα από το Μόναχο, όταν είδε την 16χρονη τότε Σοφία σε μια δεξίωση στο αρχοντικό Ρενιέρη έσπευσε να μάθει το όνομά της. Την επόμενη μέρα, ζήτησε από κοινούς γνωστούς να μεσολαβήσουν για να τη ζωγραφίσει. Κανένας, όμως, από τους φίλους του δε δέχτηκε να μεσολαβήσει, γιατί αυτό ήταν παράτολμο για τα ήθη και τα έθιμα της εποχής.

Από εδώ και πέρα η αλήθεια μπλέκεται με τον μύθο. Λέγεται πως ο πατέρας της, Κωνσταντίνος Αφεντάκης, μεγάλος έμπορος της εποχής, ενοχλημένος από τις εκδηλώσεις λατρείας στην κόρη του, την πήρε μαζί του σε ένα ταξίδι που έκανε στην Ιταλία. Εκεί, σύμφωνα με τον μύθο, η Σοφία γνώρισε τον νεαρό και όμορφο τενόρο Μάριο Τζοβάνι τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα, όπως και εκείνος άλλωστε, όταν οι δυο τους βρέθηκαν ένα βράδυ στην Οπερα της Νάπολη.

Ο τενόρος Μάριο Τζοβάνι

Λένε πως οι δυο τους έζησαν έναν έρωτα παράφορο μέχρι την ημέρα που ο πατέρας της Σοφίας τους ανακάλυψε και έτσι άρον – άρον πήρε την κόρη του και επέστρεψαν στην Αθήνα.

Η νεαρή κοπέλα κατέρρευσε ψυχολογικά, έπεσε σε μελαγχολία και τελικά αυτοκτόνησε πίνοντας δηλητήριο. Όταν ο αγαπημένος της τενόρος έμαθε για την τραγική της ιστορία, αυτοκτόνησε και αυτός με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, η συγκινητική αυτή ιστορία μάλλον ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα

Η Σοφία πέθανε από φυματίωση στις 17 Δεκεμβρίου 1873. Επιπλέον, δεν υπήρχε κανείς «όμορφος και νεαρός» τενόρος. Όταν πέθανε η Σοφία Αρχοντάκη ο τενόρος Μάριο Τζοβάνι ήταν 68 ετών και πέθανε στα βαθιά γεράματα.

Τι έχει πει ο Χαλεπάς για το άγαλμα

Μετά τον θάνατο του κοριτσιού, η μητέρα της πήγε στο εργαστήριο του Χαλεπά και του ζήτησε να δημιουργήσει ένα γλυπτό το οποίο θα τοποθετούνταν πάνω στον τάφο. Ο ίδιος ο Γιαννούλης Χαλεπάς, μιλώντας το 1930, θα πει:

«Μέσα στη τσάντα της είχε μια φωτογραφία μιας ωραίας γυναίκας. Την έβγαλε απ’ την τσάντα της, και δείχνοντάς μου την, μού είπε να της κάνω μία προτομή, ένα οποιοδήποτε άγαλμα του γούστου μου. Της ζήτησα, θυμάμαι, χίλιες δραχμές, κι εκείνη, αφήνοντας τη φωτογραφία, έφυγε. Εγώ την άλλη μέρα άρχισα να σκέπτομαι, να βασανίζω το μυαλό μου, σαν τι σχέδιο να κάνω. Δεν άργησα να εμπνευστώ το σχέδιό μου κι αμέσως έβαλα μπρος. Έκανα το σχέδιο, κατόπι το έπλασα σε πηλό. Φώναξα τότε την κυρία Αφεντάκη. Όταν ήλθε, δεν της άρεσε και μου είπε ότι αν είναι δυνατόν ν’ αλλάξω σχέδιο. Εγώ θυμώνοντας τότε – και το θυμό μου θυμάμαι ακόμα και τώρα, γιατί για μένα τα λόγια της ήταν προσβλητικά – μη χάνοντας καιρό, πήρα ένα λοστό, έδωσα ένα γερό χτύπημα στο στήθος του αγάλματος κι έτσι χωρίστηκε απ’ το στήθος το κεφάλι. Η κυρία Αφεντάκη κατάλαβε αμέσως το λάθος της και μου είπε ότι το άγαλμα της άρεσε όπως ήταν και με παρακάλεσε να το ξαναφτιάξω. Το’ φτιαξα, το σκάλισα απάνου στο μάρμαρο και έπειτα από λίγον καιρό, το 1880, η Κοιμωμένη, το άγαλμα που μου έδωσε τη φήμη, στέκονταν πάνω απ’ τον τάφο της Αφεντάκη».

Η δημιουργία του έργου

Οι Έλληνες γλύπτες του 19ου αιώνα διδάσκονταν στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας την προπλαστική σε πηλό και σε γύψο. Τη μεταφορά των προπλασμάτων στο μάρμαρο αναλάμβαναν συνήθως Ανδριώτες και Τηνιακοί μαρμαρογλύπτες. Εγκατεστημένοι στη Νεάπολη, το 1888 είχαν ιδρύσει την Αδελφότητα Μαρμαρογλύφων, η οποία το 1900 αριθμούσε 355 μέλη. Απασχολούνταν σε οικοδομές και σε μνημεία που απαιτούσαν τα μαστορικά χέρια τους.

Δύο τέτοιοι μαρμαρογλύπτες ανέλαβαν να περάσουν και την Κοιμωμένη του Χαλεπά από τον γύψο στο μάρμαρο. Ο ένας μαρμαρογλύπτης είναι ο Αλέξιος (Αλεξάκης) Λάβδας, από την Άνδρο. Γεννημένος το 1854, συμμαθητής του Χαλεπά, είχε αρραβωνιαστεί το 1878 την αδελφή του Αικατερίνη. Ο Λάβδας είχε δουλέψει από το 1871 στο μαρμαρογλυφείο του πατέρα του Γιαννούλη. Το 1875 ανοίγει το δικό του εργαστήριο στην οδό Πατησίων, απέναντι από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο δεύτερος μαρμαρογλύπτης ήταν ο Γιώργης Χαμηλός, από την Τήνο.

Στα τέλη Μαρτίου του 1879 αναλαμβάνει τη μεταφορά στο μάρμαρο της Κοιμωμένης, παίρνοντας από τον Χαλεπά το πρόπλασμα, πεντακόσιες δραχμές και έναν όγκο λεπτόκοκκου μαρμάρου από την Καράρα της Ιταλίας, όπου βρίσκονται τα περίφημα λατομεία από την εποχή του Michelangelo και του Canova.

Στο μεταξύ έχει προηγηθεί επίσκεψη του Γιαννούλη στο εργαστήριο του Αλεξάκη, όπου οι δύο παλιοί γνώριμοι συζητούν για την Κοιμωμένη που αρχίζει να προβάλλει σταδιακά μέσα από τον άμορφο όγκο. Ο Λάβδας εκτελεί τις τελευταίες διορθώσεις και στήνει το επιτύμβιο μνημείο στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών.

Ο Χαλεπάς δεν έβαλε ποτέ την υπογραφή του στην Κοιμωμένη του…

Το 1913 δύο άλλοι Τηνιακοί γλύπτες, ο Λουκάς Δούκας και ο Μήτσος Περάκης, θα τη σκαλίσουν. Το 1930, Χαλεπάς και Λάβδας ξαναβρέθηκαν στο σπίτι του Χαλεπά. Ο Χαλεπάς, υπό το κράτος της αναγνώρισής του, φέρεται να είπε στον Λάβδα για την Κοιμωμένη: «Α, ναι, εσύ μου την ξεχόντρισες», εννοώντας δηλαδή ότι ο Λάβδας δούλεψε μόνο σε αρχικό στάδιο το μάρμαρο.

Επίσκεψη Χαλεπά

Το 1930 ο Χαλεπάς επισκέπτεται πάλι την Κοιμωμένη. Τον συνόδευε κόσμος. «Από τον φόβο μη συγκινηθεί, τον πέρασαν πρώτα από άλλα μνημεία. Τ’ αναγνώρισε όλα, τα θυμούνταν με κάθε λεπτομέρεια. Όταν έφθασε μπροστά της, ζήτησε να τ’ ανοίξουν το κιγκλίδωμα και μπήκε. Κοίταξε σιωπηλά το έργο του και τα φευγαλέα κρυφά βλέμματα που έριχνε προς το πλήθος, ενώ έμενε ασκεπής μπροστά στο έργο της νεότητάς του, μαρτυρούσαν πως φοβόνταν μην προδοθεί. Κάποιος τότε του είπε: “Λένε πως την έπλυναν με άκουα-φορτε και χάλασε”. Άπλωσε το χέρι του, θώπευσε τις αρμονικές πτυχές του υφάσματος, γέλασε ζωηρά και είπε, ενώ το χέρι του στηρίζονταν πάνω στο μάρμαρο με τρυφερότητα: “Δεν χαλάει!”»

Ο Χαλεπάς ξαναβλέπει την Κοιμωμένη το 1930, πενήντα δύο χρόνια μετά από τη δημιουργία της

Οι περιπέτειες της Κοιμωμένης

Βανδαλισμοί και κακοί καθαρισμοί, έκαναν αναγκαία τη μεταφορά του γλυπτού σε ένα μέρος προστατευμένο. Η Κοιμωμένη βρήκε φιλόξενη και ασφαλή στέγη 140 χρόνια μετά από τη σμίλευσή της.

Το 2017, με απόφαση της τότε Υπουργού Πολιτισμού Λυδίας Κονιόρδου, πραγματοποιήθηκε η οριστική μεταφορά της Κοιμωμένης στη Γλυπτοθήκη της Εθνικής Πινακοθήκης (σύμφωνα και με την επιθυμία των κληρονόμων του καλλιτέχνη), καθώς το γλυπτό χρειαζόταν άμεση συντήρηση. Στη θέση του στο Α’ Νεκροταφείο τοποθετήθηκε ένα αντίγραφο υψηλών προδιαγραφών.

Βανδαλισμοί του γλυπτού

 

Εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης του γλυπτού

 

Το εκμαγείο της Κοιμωμένης έγινε το 1980 από συνεργείο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Η πρωτοβουλία ανήκε στον τότε διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης Δημήτρη Παπαστάμο και στον δήμαρχο της Αθήνας Δημήτρη Μπέη. Ήταν μια προσπάθεια να διασωθούν από τη φθορά, λόγω της παρατεταμένης έκθεσής τους στο ύπαιθρο, ορισμένα από τα πιο σημαντικά έργα της νεοελληνικής γλυπτικής.

Δικαστικές διαμάχες

Το 1950 γίνεται δίκη για την Κοιμωμένη στο μνημείο της με αντιδίκους τον Δήμο Αθηναίων και τον έναν από τους κληρονόμους της, τον αντιστράτηγο ε.α. Χρήστο Χατζημιχάλη. Ο Χατζημιχάλης διαπραγματευόταν την εξαγωγή της Κοιμωμένης στην Αμερική αντί 1000 λιρών και το υπουργείο Παιδείας μελετούσε την εξεύρεση του ποσού για να εξαγοραστεί η Κοιμωμένη από το ελληνικό κράτος!

Ο Χατζημιχάλης αξίωνε ότι η Κοιμωμένη δεν ανήκε στον Χαλεπά, ούτε στο Α΄ Νεκροταφείο, αλλά στο νόμιμο δικαιούχο της ταφικής έκτασης. «Η Κοιμωμένη είναι περιουσία μου και θα έρθω να την πάρω διά της βίας», απειλούσε ο Χατζημιχάλης, εξ αγχιστείας απόγονος της οικογένειας Αφεντάκη. Αποκαλύφθηκε μάλιστα κατά τη διάρκεια της δίκης, ότι είχε καταστρώσει και σχέδιο προκειμένου να απαγάγει νύχτα την «Κοιμωμένη»!

Για την ιστορία να πούμε, ότι το δικαστήριο χάλασε τα σχέδιά του, αποφασίζοντας πως το έργο δεν μπορεί να αποσπαστεί από τον τάφο. Το 1951 με απόφαση του υπουργείου πολιτισμού η Κοιμωμένη έγινε το πρώτο γλυπτό του Α’ Νεκροταφείου που κρίθηκε διατηρητέο.

Γνώμες ειδικών

Στην περίπτωση της Κοιμωμένης του Χαλεπά, θα παρατηρήσουμε πως το ρεύμα του νεοκλασικισμού «έφερε την μεγάλη αλλαγή στην αντιμετώπιση του θανάτου» (Ηλίας Μυκονιάτης, ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.) . Αυτή δεν ήταν άλλη από την διαιώνιση της μνήμης του νεκρού προσώπου στην επίγεια ζωή παρά την απεικόνιση του φόβου του αγνώστου της μεταθανάτιας ζωής. Ο Ηλίας Μυκονιάτης, θα κατατάξει την Κοιμωμένη του Γ. Χαλεπά ανάμεσα στα έργα της επιτύμβιας γλυπτικής του πρώτου νεκροταφείου που απεικονίζουν τον θάνατο μέσω αλληγορικών μορφών και αναφέρει ότι στην αστική αθηναϊκή τάξη του 19ου αιώνα, η γυναίκα ως σύζυγος ή κόρη αποτελούσε «στολίδι» και συχνά μέσο κοινωνικής προβολής. Για τον λόγο αυτό, όταν πεθαίνει σε νεαρή ηλικία, συναντάται ξαπλωμένη πάνω στον τάφο της να κοιμάται.

Ο Στέλιος Λυδάκης (διευθυντής μέχρι το 2008 στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών) μιλώντας για την Κοιμωμένη επισημαίνει πως εξαρτάται μεν από πολλά πρότυπα, αποτελεί όμως και το «μεγαλοφυές καταστάλαγμα» των δυνατοτήτων του καλλιτέχνη που ανταποκρίνεται τέλεια στην αντίληψη του κλασικιστικού επιτύμβιου «αιώνιος ύπνος χωρίς όνειρα».

Το 1879 η εφημερίδα Παλιγγενεσία την αποκαλεί κάλλιστο από όλα τα έργα του Α’ Κοιμητηρίου. Το 1915 ο λόγιος δημοσιογράφος Θεόδωρος Βελλιανίτης σημειώνει στην εφημερίδα “Αθήναι” ότι βλέπει κανείς όλη τη σαρκική ευκαμψία, όλη την ανθρώπινη αίσθηση, όλη την εσωτερική έκφραση της ψυχής.

Το 1924 ο ζωγράφος και λογογράφος Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς στον ιστορικό, αρχαιολογικό και καλλιτεχνικό οδηγό του Μνημεία Αθηνών, που εκδόθηκε ακόμα στη γαλλική και στην αγγλική γλώσσα, την χαρακτηρίζει «θαυμασιότατο γλυπτικό έργο των νεωτέρων Αθηνών».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στο πλαίσιο του ρεπορτάζ, επικοινώνησα με την κυρία Γιούλα Ροζάκου, η οποία είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, στο τμήμα γλυπτικής, και της ζήτησα να μου πει δυο λόγια για την Κοιμωμένη:

«Ο Χαλεπάς δουλεύει το έργο με τα πρότυπα του κλασικισμού του 19ου αιώνα (ξαπλωμένη γυναίκα που κοιμάται πάνω σε σαρκοφάγο, παρθενική μορφή που κρατά σταυρό ως σύμβολο θανάτου και λύτρωσης). Αν και ξεκινάει με βάση τα αρχαία πρότυπα σχεδιάζει και πλάθει ένα έργο πνοής, που επικρατεί η φυσική απόδοση ενός όμορφου προσώπου με μισάνοιχτα χείλη, την στιλπνότητα των γυμνών μερών και τις καλοσχηματισμένες καμπύλες του σώματος που διαγράφονται κάτω από το ρούχο και το σεντόνι. Όλο το γλυπτό αποπνέει την αμεσότητα της στιγμής, την αίσθηση ηρεμίας και την απόκοσμη σιωπή!»

Η κυρία Ροζάκου στο εργαστήριο γλυπτικής του Γιάννη Παππά, το 1972

Ρεπορτάζ με γνώμες περαστικών

Κατά την επίσκεψή μου στο σημείο που βρίσκεται η Κοιμωμένη του Χαλεπά, συνάντησα τρείς κυρίες οι οποίες συζητούσαν για το γλυπτό. Τις ενημέρωσα σχετικά με την ιστορία του γλυπτού και ζήτησα, αν επιθυμούν, να μου πουν την άποψή τους. Η κυρία Μαριόρα Βακαλούμη, δασκάλα Δημοτικής Εκπαίδευσης στην Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία Π. Ψυχικού, μου είπε σχετικά:

Συνομίλησα και με άλλους περαστικούς, αλλά δεν επιθυμούσαν να πουν κάτι στην κάμερα. Οι περισσότεροι δεν γνώριζαν την ιστορία του γλυπτού. Ενδιαφέρον για το γλυπτό έδειξε και ένα νεαρό ζευγάρι περαστικών, ο Δημήτρης και η Κατερίνα. Σε συζήτηση που κάναμε, μου είπαν ότι γνώριζαν κάποια βασικά στοιχεία για τον Γιαννούλη Χαλεπά αλλά δεν γνώριζαν την ιστορία της Σοφίας Αφεντάκη, ούτε ότι το πρωτότυπο γλυπτό έχει μεταφερθεί στην Γλυπτοθήκη της Εθνικής Πινακοθήκης (την τελευταία πληροφορία δεν την γνώριζε κανείς από όσους συνομίλησα). Ολοι μου εξέφρασαν τον θαυμασμό τους για το γλυπτό και ότι το θεωρούν ξεχωριστό, τονίζοντας την εκφραστικότητά του, καθώς και την αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης που εκπέμπει.

Επίλογος

Η Κοιμωμένη αποτελεί αναμφίβολα ένα μοναδικό αριστούργημα γλυπτικής. Προσελκύει τα βλέμματα των επισκεπτών, παρόλο που στον ίδιο χώρο δεσπόζουν γλυπτά και μνημεία με μεγαλύτερο μέγεθος και επιβλητικότητα. Μπορεί κανείς να την επισκεφτεί στο Α΄Κοιμητήριο Αθηνών, στην οδό Λογγίνου 3, το οποίο είναι ανοιχτά όλες τις ημέρες, 8:00 με 17:30.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Πηγές

afentakeio.gr – slpress.gr – nationalgallery.gr – cycladesopen.gr – evripidis.gr – lifo.gr – cem.cityofathens.gr – archaiologia.gr – reader.gr – womantoc.gr – offlinepost.gr – thetoc.gr – artmag.gr – docuventa.gr – andro.gr – taathinaika.gr – news247.gr – respectfunerals.gr – urbanlife.gr – huffingtonpost.gr – «Ο Mύθος και το Παραμύθι στο έργο του Χαλεπά»