Η «Κοιμωμένη» του Χαλεπά: Το πιο συγκινητικό άγαλμα της Αθήνας

Γιατί όλοι μιλούν για την «Κοιμωμένη» του Χαλεπά; Είναι το Α΄ νεκροταφείο ένας πολιτιστικός προορισμός της Αθήνας;

Η «Κοιμωμένη» του Χαλεπά: Το πιο συγκινητικό άγαλμα της Αθήνας

Μια βόλτα στους κήπους του είναι ένα ταξίδι στον χρόνο που ξεκινάει τον περασμένο αιώνα. Αγωνιστές του 1821, πολιτικοί, ηθοποιοί, ευεργέτες, άνθρωποι που διαμόρφωσαν την σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, βρίσκονται εδώ. Το Α’ Κοιμητήριο είναι μια υπαίθρια γλυπτοθήκη και αναφέρεται σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς. Γύρω στα 700 γλυπτά μπορεί κάποιος να θαυμάσει κάνοντας βόλτα στο υπαίθριο «μουσείο». Εκεί μπορούμε να δούμε τάφους αρχιεπισκόπων, μεγάλων πολιτικών αρχηγών καθώς και ένα ταφικό μνημείο. «Η μάνα της κατοχής» είναι ένα γλυπτό αφιερωμένο σε όλες τις μητέρες που έχασαν την ζωή τους από την πείνα και φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Κώστα Βαλσάμη. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται και το πιο γνωστό γλυπτό του Γιαννούλη Χαλεπά, «Η Κοιμωμένη του Χαλεπά». Η κοπέλα παρουσιάζεται ξαπλωμένη να κοιμάται βαθιά. Έχει λυτά μαλλιά, λυγισμένα πόδια και στα χέρια της κρατά ένα σταυρό, από τον οποίο και καταλαβαίνουμε ότι είναι νεκρή.

Η «Κοιμωμένη» του Γιαννούλη Χαλεπά θεωρείται δικαίως το πιο συγκινητικό και εμβληματικό γλυπτό του Α΄ Νεκροταφείου Αθηνών, αλλά και ένα από τα κορυφαία έργα της νεοελληνικής γλυπτικής. Τοποθετημένη ανάμεσα σε εκατοντάδες ταφικά μνημεία, ξεχωρίζει όχι μόνο για την τεχνική της αρτιότητα, αλλά κυρίως για τη σιωπηλή συναισθηματική της δύναμη. Πρόκειται για ένα έργο που δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία θανάτου, αλλά μετατρέπει την απώλεια σε γαλήνη, την οδύνη σε ποίηση, τον θάνατο σε έργο τέχνης.

Η ιστορία της Σοφίας Αφεντάκη

Το άγαλμα δημιουργήθηκε ως ταφικό μνημείο για τη Σοφία Αφεντάκη, ένα νεαρό κορίτσι από εύπορη οικογένεια της Αθήνας, που πέθανε από φυματίωση το 1873, σε ηλικία μόλις 18 ετών. Η οικογένειά της, τέσσερα χρόνια αργότερα, ανέθεσε στον ανερχόμενο τότε γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά τη δημιουργία ενός μνημείου αντάξιου της ομορφιάς και της μνήμης της. Ο Χαλεπάς, έχοντας μόλις επιστρέψει από τις σπουδές του στη Βασιλική Ακαδημία του Μονάχου, φιλοτέχνησε το γύψινο πρόπλασμα το 1878, λίγο πριν εμφανιστούν τα πρώτα σοβαρά σημάδια της ψυχικής του ασθένειας.

Σοφία Αφεντάκη σε ηλικία 18 χρονών. Πηγή: google

Η «Κοιμωμένη» απεικονίζει τη νεαρή κοπέλα ξαπλωμένη σε αρχαιοπρεπή κλίνη, με το σώμα χαλαρό, τα μαλλιά λυτά, τα χείλη μισάνοιχτα και το πρόσωπο γαλήνιο. Στα χέρια της κρατά έναν σταυρό, τη μοναδική σαφή ένδειξη ότι πρόκειται για νεκρή. Κατά τα άλλα, η μορφή μοιάζει περισσότερο να κοιμάται παρά να έχει φύγει από τη ζωή. Η απόδοση του σεντονιού, με τις απαλές και ρεαλιστικές πτυχώσεις του, θεωρείται τεχνικό επίτευγμα υψηλού επιπέδου και δημιουργεί την αίσθηση ότι το μάρμαρο μετατρέπεται σε ύφασμα.

Το έργο εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή το κοινό της εποχής. Ήδη το 1879, εφημερίδες χαρακτήριζαν την «Κοιμωμένη» ως το ωραιότερο έργο του Α’ Νεκροταφείου. Η απουσία επιδεικτικού πένθους, η ήρεμη στάση του σώματος και η ανθρώπινη φυσικότητα της μορφής διαφοροποιούσαν το άγαλμα από τα αυστηρά και συμβολικά ταφικά μνημεία του 19ου αιώνα. Ο Χαλεπάς παρουσίασε τον θάνατο όχι ως τραγωδία, αλλά ως έναν ήσυχο ύπνο, προκαλώντας βαθιά συναισθηματική ταύτιση στους θεατές.

Αισθητικά, η «Κοιμωμένη» αντλεί επιρροές από την ευρωπαϊκή γλυπτική παράδοση, όπως την Κοιμωμένη Αριάδνη της αρχαιότητας, έργα του Bernini, του Canova και ταφικά μνημεία βασιλικών μορφών στη Γερμανία και την Ιταλία. Ωστόσο, ο Χαλεπάς δεν μιμείται απλώς· συνθέτει ένα έργο με καθαρά προσωπική σφραγίδα, συνδυάζοντας τον νεοκλασικισμό με έναν πρώιμο, σχεδόν υπαρξιακό ρεαλισμό.

Γιαννούλης Χαλεπάς. Πηγή: Google

Η μεταφορά του έργου από το γύψο στο μάρμαρο ανατέθηκε σε έμπειρους μαρμαρογλύπτες, κυρίως στον Αλέξιο Λάβδα και τον Γιώργη Χαμηλό, Τηνιακής καταγωγής, όπως και ο ίδιος ο Χαλεπάς. Ο γλύπτης δεν υπέγραψε ποτέ το έργο, γεγονός που προσέθεσε αργότερα στον μύθο που το περιέβαλε. Παρά ταύτα, η «Κοιμωμένη» έγινε άρρηκτα συνδεδεμένη με το όνομά του.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, το έργο απέκτησε σχεδόν θρυλικές διαστάσεις. Δημοσιογράφοι, λόγιοι, καλλιτέχνες και ιστορικοί τέχνης εξήραν τη δύναμή του, ενώ η δραματική ζωή του Χαλεπά – ο εγκλεισμός του στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας, η απομόνωση στην Τήνο και η καθυστερημένη αναγνώριση – συνέδεσαν άρρηκτα το άγαλμα με την εικόνα του «τραγικού καλλιτέχνη».

Ο Χαλεπάς ξανά βλέπει την κοιμωμένη του 52 χρόνια μετά. Πηγή: Google

Σημαντική στιγμή στην ιστορία της «Κοιμωμένης» ήταν το 1930, όταν ο Χαλεπάς, 52 χρόνια μετά τη δημιουργία της, στάθηκε ξανά μπροστά στο έργο του. Σύμφωνα με μαρτυρίες, άγγιξε το μάρμαρο και δήλωσε με συγκίνηση πως «δεν χαλάει», επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικότητά του.

Κατά τον 20ό αιώνα, η «Κοιμωμένη» ενέπνευσε λογοτεχνικά έργα, θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικά σενάρια και μελέτες. Υπήρξαν ακόμη και δικαστικές διαμάχες για την ιδιοκτησία και την πιθανή μεταφορά της στο εξωτερικό, γεγονός που ανέδειξε την αξία της ως εθνικού πολιτιστικού αγαθού.

Το άγαλμα σήμερα

Σήμερα, η «Κοιμωμένη» παραμένει στον φυσικό της χώρο, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, περιβαλλόμενη από λουλούδια που αφήνουν καθημερινοί επισκέπτες. Ξεχωρίζει ανάμεσα στα περίπου 700 γλυπτά του χώρου γιατί μοιάζει ζωντανή, ανθρώπινη και οικεία. Δεν είναι απλώς ένα ταφικό μνημείο, αλλά ένα έργο που γεφυρώνει τον 19ο αιώνα με το σήμερα, μιλώντας για την απώλεια, τη μνήμη και την ανάγκη για γαλήνη με τρόπο διαχρονικό. Αν κάτι την ενώνει με το σήμερα τότε ίσως να λέγαμε τα όσα ζήσαμε επί εποχή covid-19. Ένας άκρως θανατηφόρος ιός όπως αυτήν της φυματίωσης που έπασχε η Σοφία Αφεντάκη.
Η «Κοιμωμένη» του Χαλεπά δεν εντυπωσιάζει με όγκο ή επιβλητικότητα. Εντυπωσιάζει με τη σιωπή της. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί, σχεδόν ενάμιση αιώνα μετά, να συγκινεί όσο λίγα έργα τέχνης στην Ελλάδα.