Ένα γλυπτό που τρέχει: Ο Δρομέας και η ζωή της πόλης
Από την Ομόνοια μέχρι το Χίλτον, ο «Δρομέας» του Κώστα Βαρώτσου αφηγείται την ιστορία μιας πόλης που δεν σταματά ποτέ να κινείται.
Εισαγωγή
Στη λεωφόρο Βασιλίσσης Κωνσταντίνου, μπροστά από το ξενοδοχείο Χίλτον, η πόλη κινείται ασταμάτητα. Τα αυτοκίνητα περνούν με ρυθμό, οι πεζοί διασχίζουν τα πεζοδρόμια βιαστικά και τα φανάρια αλλάζουν χρώματα. Ανάμεσα σε αυτό το συνεχόμενο χείμαρρο δραστηριότητας, ξεχωρίζει ένα ανθρώπινο σώμα που φαίνεται να τρέχει. Πρόκειται για τον «Δρομέα» του Κώστα Βαρώτσου, ένα γλυπτό από γυαλί και μέταλλο που αιχμαλωτίζει την κίνηση μέσα στην ακινησία! Από την πρώτη του παρουσία μέχρι και σήμερα, έχει καταφέρει να γίνει κάτι παραπάνω από ένα έργο τέχνης. Αποτελεί ένα ζωντανό σύμβολο της Αθήνας και της σύγχρονης αστικής εμπειρίας.
Η θέση του στο δρόμο είναι κομβική. Ο Δρομέας παρακολουθεί την καθημερινή ζωή της πόλης, στέκεται σταθερός ενώ γύρω του όλα αλλάζουν. Η αίσθηση ότι «κινείται» παράλληλα με τα αυτοκίνητα και τους πεζούς, καθώς και η διαφάνειά του που αντανακλά το φως και τον ήλιο, ενισχύουν την εντύπωση της ρευστότητας και της προσωρινότητας. Με αυτό τον τρόπο μοιάζει να συμμετέχει στη ροή της πόλης, χωρίς όμως να φεύγει ποτέ από τη θέση του.
Η ιστορία του έργου
Ο «Δρομέας» φιλοτεχνήθηκε το 1988 από τον Κώστα Βαρώτσο, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής σύγχρονης γλυπτικής. Ο Βαρώτσος ήταν γνωστός με τον πειραματισμό με υλικά και μορφές που μετατρέπουν το χώρο και το φως σε μέρος της αισθητικής εμπειρίας. Το έργο αποτελείται από στρώσεις γυαλιού, τοποθετημένες πάνω σε μεταλλικό σκελετό, δημιουργώντας την αίσθηση ότι το ανθρώπινο σώμα διασπάται και κινείται ταυτόχρονα. Η αφαιρετική τεχνοτροπία και η χρήση μη συμβατικών υλικών το καθιστούν μοναδικό, αλλά και αντικείμενο έντονης συζήτησης από την πρώτη στιγμή.
Αρχικά, το έργο τοποθετήθηκε στην Πλατεία Ομονοίας, σε μια εποχή που η Αθήνα προσπαθούσε να ενσωματώσει τη σύγχρονη τέχνη στο δημόσιο χώρο. Η αντίδραση του κοινού ήταν ανάμεικτη: κάποιοι επαινούσαν την πρωτοτυπία και τη δυναμική του έργου, ενώ άλλοι το θεωρούσαν ξένο σε ένα τέτοιο παραδοσιακό αστικό τοπίο. Τα μέσα ενημέρωσης σχολίασαν την «τολμηρή» παρουσία ενός γυάλινου ανθρώπινου σώματος ανάμεσα στην κίνηση και την καθημερινότητα της πόλης.
Το 1994, το γλυπτό μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση, μπροστά από το ξενοδοχείο Χίλτον, κυρίως λόγω έργων ανάπλασης στην Ομόνοια αλλά και για την προστασία του από τη φθορά και τους βανδαλισμούς. Η μετακίνηση αυτή άλλαξε ουσιαστικά τον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι κάτοικοι το έργο: από ένα σημείο αναφοράς στο κέντρο με έντονη κίνηση και χαοτική ατμόσφαιρα, έγινε ένα μνημειακό στοιχείο σε έναν χώρο πιο οργανωμένο και τουριστικά επισκέψιμο.
Ο χώρος ως μέρος του νοήματος
Η νέα θέση του δρομέα ενισχύει τη σύνδεσή του με την ταχύτητα, τη ροή και την μεταβατικότητα της Αθήνας. Σε αντίθεση με την Ομόνοια, όπου η παρουσία του έμοιαζε να χάνεται μέσα στο πλήθος, η σημερινή του τοποθέτηση τον καθιστά ορατό από μεγάλη απόσταση. Η αίσθηση ότι «τρέχει» παράλληλα με τα αυτοκίνητα ή τα πεζά βήματα των ανθρώπων δημιουργεί ένα μοναδικό διάλογο ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή της πόλης.
Το γλυπτό εντάσσεται στο περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί τη δική του μοναδικότητα και ταυτότητα, αποδεικνύοντας ότι η δημόσια τέχνη μπορεί να συνυπάρξει με τον αστικό ιστό χωρίς να χάσει την καλλιτεχνική της ισχύ.
Αντιδράσεις και αναγνώριση:
Παρά τη μετακίνηση και την πάροδο των χρόνων, ο Δρομέας παραμένει θέμα συζήτησης. Πολιτιστικοί φορές και ειδικοί έχουν επαινέσει τη χρήση του γυαλιού και την αφαιρετική τεχνοτροπία, ενώ ο δήμος Αθηναίων τον εντάσσει σε κάθε αναφορά στη δημόσια τέχνη της πόλης. Οι κάτοικοι, χωρίς να χρειάζονται συνεντεύξεις, το αναγνωρίζουν ως μέρος της καθημερινότητάς τους. Αρκετοί τον φωτογραφίζουν, άλλοι τον προσπερνούν, αλλά άλλοι αντιλαμβάνονται τη σταθερή παρουσία του στο χώρο. Η αλληλεπίδραση αυτή δείχνει ότι η τέχνη μπορεί να αποτελεί «σιωπηλό συνομιλητή» για τους πολίτες, ακόμα και χωρίς άμεση επικοινωνία.
Αλλαγές στη σημασία του έργου:
Η σημασία του Δρομέα έχει μεταβληθεί μέσα στο χρόνο. Από ένα έργο που προκάλεσε αντιδράσεις και συζητήσεις, έχει καταστεί σύμβολο της Αθήνας και της σύγχρονης αστικής εμπειρίας. Το έργο πλέον θεωρείται κομμάτι της συλλογικής μνήμης, εμφανίζεται σε τουριστικούς οδηγούς, φωτογραφίζεται στα social media και ενσωματώνεται στις αναπαραστάσεις της πόλης. Η μετακίνηση από την Ομόνοια στο Χίλτον δεν μείωσε ποτέ την αξία του, αντιθέτως αύξησε την αναγνωρισιμότητα και την εμβέλεια του!
Κοινωνικό και επίκαιρο στοιχείο:
Στη σύγχρονη Αθήνα, ο Δρομέας μπορεί να ερμηνευθεί ως σχόλιο πάνω στην ταχύτητα και την πίεση της καθημερινής ζωής. Σε μια πόλη που βιώνει συνεχείς μεταβολές, οικονομικές κρίσεις, τουριστική πίεση και συνεχή κίνηση, το έργο λειτουργεί ως υπενθύμιση της ανθρώπινης ευθραυστότητας και της διαρκούς προσπάθειας να «προλάβουμε» τις περιστάσεις. Ταυτόχρονα, η παρουσία του στην περιοχή όπου πολλοί επισκέπτες περνούν καθημερινά, ενισχύει το ρόλο του ως καλλιτεχνικό, αλλά και κοινωνικό σημείο αναφοράς.
Συμπερασματικά:
Ο Δρομέας του Κώστα Βαρώτσου συνεχίζει να τρέχει, χωρίς όμως να φεύγει ποτέ από τη θέση του! Στέκεται εκεί, ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, παρατηρώντας μια πόλη που αλλάζει διαρκώς. Το έργο αποδεικνύει ότι η τέχνη στο δημόσιο χώρο δεν είναι απλώς διακοσμητική, αλλά ζωντανή και συνδεδεμένη με την καθημερινότητα των ανθρώπων, την ιστορία της πόλης και τις κοινωνικές της εξελίξεις. Ο Δρομέας θυμίζει ότι η Αθήνα είναι μια πόλη σε κίνηση και ότι η τέχνη μπορεί να καταγράψει, να συνομιλήσει και να υπενθυμίσει την παροδικότητα αλλά και την ομορφιά αυτής της κίνησης.